Από τις αρχές του 8ου αι. μονές ιδρύονται κοντά στην είσοδο του κόλπου της Κίου, στα χαμηλά υψώματα απέναντι από το Ποσειδώνιο ακρωτήριο. Πρώτη φαίνεται να ιδρύεται η μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου ή Πελεκητής και πιθανότατα αμέσως ύστερα η μονή Τριγλίας που υπήρξε κατά διαστήματα γυναικεία – από εδώ μάλιστα προήλθαν δύο σύζυγοι του αυτοκράτορα Λέοντος Στ΄ του Σοφού. Σε αυτήν ανήκαν οι ναοί της Παντοβασίλισσας και του Αγίου Στεφάνου, που παραδίδεται ότι υπήρξαν συνδεδεμένοι μεταξύ τους με υπόγεια σήραγγα. Οι επιδρομές δεν λείπουν από την περιοχή. Έτσι οι μονές έχουν έντονα φρουριακό χαρακτήρα.

    Ο Κ. Ε. Κωνσταντινίδης στο βιβλίο Αντίλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω, γράφει αναφορικά με την Τρίγλια: «αντικατέστησεν το αρχαίον Βρύλλιον και φαίνεται ότι ιδρύθη κατά τον Θ’ αιώνα μ.Χ. πέριξ των τότε ιδρυθεισών Μονών της Παντοβασιλίσσης εν τη άνω Δ. συνοικία και εν τη κάτω του αγίου Στεφάνου, ήτις κατά τον ΙΖ αιώνα (τω 1661) μετεβλήθη εις τέμενος. …
Η Τρίγλεια, δια των αιώνων αυξηθείσα, είχεν επί της ελληνικής κατοχής 6.000 κατοίκων ελλήνων απάντων, πλην τριών τουρκικών οικογενειών και υπήγετο πολιτικώς μεν εις τον νομόν Προύσης, εκκλησιαστικώς δε εις τον Μητροπολίτην Προύσης, όστις είχεν φήμην «Προύσης, Μουδανίων και Τριγλείας…
Κατά τον 8ον αιώνα ήρξατο η ίδρυσις αυτόθι πολλών Μοναστηρίων άτινα εχρησίμευσαν ως πυρήν της ιδρύσεως κώμης, προαχθείσης προϊόντος του χρόνου εις πόλιν.»

   

   Οι μονές υφίστανται κατά καιρούς καταστροφές, όμως σε μεγάλο μέρος τους ανοικοδομούνται. Μέσα στον οικισμό της Τρίγλιας ανοικοδομούνται ναοί, μερικοί σε συστοιχία προς τις μονές της υπαίθρου.

    Ο ιστορικός ναός της Παναγίας της Παντοβασίλισσας στην Τρίγλια της Βιθυνίας, είναι ίσως η σπουδαιότερη σωζόμενη σήμερα υστεροβυζαντινή εκκλησία της ζωτικής σημασίας τόσο για τη βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και για το πρώτο οθωμανικό κράτος, περιοχής αυτής της Μικράς Ασίας, αλλά και ένα από τα σπουδαιότερα σωζόμενα μνημεία της υστεροβυζαντινής αρχιτεκτονικής εν γένει.

    Ο Κ. Ε. Κωνσταντινίδης αναφέρει στους Αντίλαλους: «Ο ενοριακός ναός της Παντοβασιλίσσης κείμενος επί του Μ. λόφου της πόλεως επί τοποθεσίας εξαισίας. Η Μονή αύτη είναι σχήματος ορθογωνίου και έχει μήκος 13.60 μ. ύψος 7.70 μ. και πλάτος 9.71 μ. Είναι θολωτή, το κωδωνοστάσιόν της βλαβέν κατά το 1885 (10 Νοεμβρίου) εκ σεισμού, δεν επεσκευάσθη, επεσκευάσθη όμως ολίγον ο βλαβείς θόλος, όστις έχει σχήμα εξαέδρου, περιφέρειαν 14.4 μ. , ύψος 2.90 μ. μετά 6 παραθύρων γύρωθεν.
Ο Ναός εσωτερικώς στηρίζεται επί 6 κιόνων μονολίθων, εκ γρανίτου των τριών και των άλλων τριών εκ μαρμάρου.
Εστερείτο γυναικωνίτου και άμβωνος, άτινα προσετέθησαν τω 1883 επί Νικοδήμου, Μητροπολίτου Προύσης.»

      Το μνημείο είχε χρονολογηθεί από πολλούς ερευνητές στην περίοδο ακμής της Τρίγλειας, στον όψιμο 13ο αιώνα. Mε τη μέθοδο της δενδροχρονολόγησης, χρονολογήθηκε λίγο μετά το 1336, άποψη που έχει γίνει αποδεκτή από τους περισσότερους από τους νεώτερους ερευνητές.

   Το 1676 επισκέφθηκε το μνημείο ο J. Covel, ο οποίος το περιέγραψε συνοπτικά στις σημειώσεις του. Αρκετά στοιχεία για την ιστορία του ναού κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα διέσωσαν στα συγγράμματά τους οι παλαιότεροι μελετητές του, κυρίως οι Τρ. Ευαγγελίδης, B. A. Pančenko και F. W. Hasluck. Από γραπτή επιγραφή που υπήρχε παλαιότερα στην κόγχη του ιερού προκύπτει ότι ο ναός είχε τοιχογραφηθεί, μετά ίσως από κάποιαν επισκευή, το 1723. Από το σεισμό της 10ης Νοεμβρίου 1855 καταστράφηκε ο τρούλος και το κωδωνοστάσιο. Αμέσως μετά ανακατασκευάσθηκε ο τρούλος, ενώ το 1883 ο ναός επεκτάθηκε προς δυσμάς και οικοδομήθηκε νέο κωδωνοστάσιο, το οποίο δεν σώζεται σήμερα.

    Ο Ναός της Παντοβασίλισσας βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της κωμόπολης της Τρίγλιας, σήμερα Tirilye ή Zeytinbağı του Νομού Προύσας. Οι γενικές διαστάσεις του Ναού είναι 19.00 x 9.20 m, με μέγιστο ύψος στον τρούλο 11.00 m. Αποτελείται από το κυρίως τμήμα του και εκτενή προσθήκη νάρθηκα και εξωνάρθηκα, που διαχωρίζεται σε δύο ιστορικές φάσεις: το κύριο τμήμα του 13ου αιώνα και την προσθήκη του νάρθηκα και του εξωνάρθηκα του 1883. Έχει μορφή τρουλαίας βασιλικής και η κάλυψή του γίνεται με ημικυλινδρικούς θόλους και τρούλο που σήμερα εδράζονται μέσω τόξων σε πέντε μαρμάρινους κίονες.

    Παρά την κακή κατάσταση διατήρησής του, η σημασία του μνημείου για τη μελέτη της αρχιτεκτονικής της ύστερης βυζαντινής, αλλά και της πρώιμης οθωμανικής εποχής, είναι μεγάλη, καθώς αυτό διασώζει πλήθος στοιχείων, τα οποία μπορούν αποτελεσματικά να βοηθήσουν στη συστηματική μελέτη τόσο στον τομέα της τυπολογίας, όσο σε εκείνους και της μορφολογίας και της κατασκευής.
Ο ναός δεν μετατράπηκε σε τζαμί μετά την κατάκτηση της Τρίγλιας από τους Οθωμανούς, αλλά εξακολούθησε να λειτουργεί ως χριστιανική εκκλησία.

    Τον Αύγουστο του 1922 συνέβη η καταστροφή. Το Μέτωπο στο Εσκί-Σεχίρ κατέρρευσε. Ο ελληνικός στρατός υποχωρεί. Τα δυσάρεστα νέα φθάνουν στην Τρίγλια και σπέρνουν τον πανικό. Ένας Τριγλιανός στρατιώτης, ο lορδάνης Μπαρµπής που φτάνει από το µέτωπο τους συνιστά να φύγουν. Οι Τριγλιανοί ειδοποιούν τον Φίλιππο Καβουνίδη να στείλει τα βαπόρια του για να τους µεταφέρουν στην Ελλάδα. Αυτός µε τη σειρά του ανταποκρίνεται στην πρόσκλησή τους και την 29η Αυγούστου φθάνει από την Κωνσταντινούπολη στην Τρίγλια, με πλοία δικά του και με ναυλωμένα όπως το εγγλέζικο φορτηγό «Γκόρντον». Ο ίδιος αγνοώντας τη θανατική του καταδίκη που είχε εκδοθεί από τους Τούρκους, µπήκε µε µερικούς άλλους Τριγλιανούς µέσα στην Τρίγλια και πήραν τα όργανα της φιλαρµονικής καθώς και ιερά κειµήλια, την Παντοβασίλισσα, την Αγία Επίσκεψη, Ευαγγέλια, Σταυρούς, δισκοπότηρα, εξαπτέρυγα, κ.ά. και μεταφέρει τους ανθρώπους και τα κειμήλια του τόπου στο κοντινό νησί Καλόλιμνος, στη Ραιδεστό και τη Σηλυβρία των θρακικών ακτών της Προποντίδας, και στα νησιά του Αιγαίου Ίμβρο και Τένεδο και από εκεί στην Ελλάδα.

    Μετά το 1922, ο ναός περιήλθε ως ανταλλάξιμος σε ιδιώτες. Αφού για πολλά χρόνια χρησίμευσε ως αποθήκη, εγκαταλείφθηκε και σήμερα σώζεται ερειπωμένος χωρίς χρήση. Κατά τη μακρά αυτή περίοδο το μνημείο υπέστη διάφορες καταστροφές τόσο εξ αιτίας της φυσικής φθοράς όσο και εξ αιτίας ανθρώπινων επεμβάσεων όπως είναι η κατεδάφιση του κωδωνοστασίου, των τοξωτών αντηρίδων που αντιστήριζαν το ναό από τα νότια και τα ανατολικά, η καταστροφή των ξύλινων μερών του δυτικού του τμήματος (στέγης, πατωμάτων), η αφαίρεση του νοτιοανατολικού κίονα και η πλήρης καταστροφή του εξοπλισμού του.

    Το 2011 ο ναός αγοράσθηκε από τον σημερινό ιδιοκτήτη του, μητροπολίτη Προύσης Ελπιδοφόρο με σκοπό να αποκατασταθεί ώστε να λειτουργήσει ως επισκέψιμο μνημείο και ευκαιριακά ως χριστιανική εκκλησία.

    Οι Τριγλιανοί πρόσφυγες ίδρυσαν δύο πόλεις τη Ραφήνα Αττικής και την Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής, που σήμερα είναι αδελφοποιημένες.
Η εικόνα διασώθηκε και μαζί με την επίσης μοναδική εικόνα της Αγίας Επισκέψεως και άλλα κειμήλια μεταφέρθηκαν στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

    Στα τέλη Αυγούστου του 1923, όταν οι ξεριζωμένοι Τριγλιανοί έφθασαν στην Ραφήνα, αντίκρισαν ένα μικρό εκκλησάκι κτισμένο το 1746 πάνω σ’ ένα μικρό πευκόφυτο λόφο 150 μέτρα από τη θάλασσα. Στην εκκλησία της Παναγίτσας λειτούργησε το πρώτο Δημοτικό Σχολείο για τα προσφυγόπουλα από την Τρίγλια το 1923-25. Δάσκαλός τους ήταν ο Ευστράτιος Αντωνιάδης «ο Στρατής ο Δάσκαλος» (1877-1964 ), ο οποίος ήρθε πρόσφυγας στην Ραφήνα με την οικογένειά του. Το σχολείο είχε τότε περίπου 60 παιδιά.

    Το 1929 Επιτροπή πήγε στο Βυζαντινό Μουσείο με σκοπό να ζητήσει τα κειμήλια, ωστόσο το μουσείο ήταν ανένδοτο να δώσει την «Αγία Επίσκεψη», λόγω της μεγάλης ιστορικής και καλλιτεχνικής της αξίας αλλά κατόρθωσαν να τους δοθεί η εικόνα της Παντοβασίλισσας.

   O ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Παντοβασίλισσας («τῶν Πάντων Βασίλισσας») που είναι η πολιούχος της Ραφήνας και γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου στα γενέθλια της Θεοτόκου, κτίστηκε στην κεντρική πλατεία της πόλης στὴν πενταετία 1945 – 1950. Κινητοποιήθηκαν ὅλοι οἱ κάτοικοι, πρόσφυγες καὶ μή, με προσωπικὴ ἐργασία ή οικονομική βοήθεια. Τὰ σχέδια καὶ τὴν μελέτη ἀνεγέρσεως τοῦ ναοῦ τὰ ἔκανε ὁ ἐξαίρετος ἀρχιτέκτων κ. Σόλων Κυδωνιάτης. Ἐργολάβος ἀνέλαβε ὁ Κωνσταντίνος Κεχαγιόγλου.

    Το 1992 κατά τη συντήρησή της από το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών εμφανίστηκε στην πίσω πλευρά η εικόνα της Σταυρώσεως του Κυρίου μας απο την οποία λείπει το πρόσωπο της Παναγίας, γεγονός που επιβεβαιώνει την πληροφορία ότι η εικόνα αυτή ήταν λιτανευτική, και κατά παράδοση προσπάθησαν να την κόψουν (εξ ου και η απουσία του προσώπου της Παναγίας από την εικόνα της Σταυρώσεως), για να την προσαρμόσουν στο τέμπλο της Παντοβασίλισσας στη Τρίγλια.

   Η εικόνα είναι έργο των πρώτων μεταβυζαντινών χρόνων (14ος-15ος αιών). Διηγούνται αμέτρητα θαύματα που αποδίδονται σ’ αυτήν. Είναι το ιερότερο και πολυτιμότερο κειμήλιο των προσφύγων της Τρίγλιας οι οποίοι την τιμούν και την θεωρούν προστάτιδα τους είτε βρίσκονται στη Ραφήνα, είτε στη Νέα Τρίγλια όπου επίσης υπάρχει ναός με το όνομα της, είτε σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη.

Πηγές: Σύνδεσμος Προσφύγων Μουδανιών, Αντίλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω, 1931, Παπαηλίου, Νικόλαος Θ. Αποκατάσταση Ιερού Ναού Παναγίας Παντοβασίλισσας Τρίγλιας, Άννα Μιχοπούλου M.A., Χτίζοντας ένα γεφύρι από το Αιγαίο στην Προποντίδα, Δέσποινα Παρασκευά-Κράνη, Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής. Ένα ταξίδι μέσα στο Χρόνο και την Ιστορία, www.irafina.gr , www.triglianoi.gr

Γράφει η Ελένη Πασχαλάκη