ΕλλάδαΟικονομία

Μεσοπρόθεσμο 2018-2022: Επισφραγίζουν μείωση συντάξεων και αφορολόγητου ύψους 5,1 δισ. ευρώ

Πρόσθετα μέτρα 5,1 δισ. ευρώ την περίοδο 2018 – 2022 προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, δηλαδή ο πολυετής προϋπολογισμός που κατέθεσε η κυβέρνηση στη Βουλή.

Από τα μέτρα αυτά, τα 2 δισ. ευρώ προέρχονται από το σκέλος των εσόδων και συνδέονται με τη μείωση του αφορολόγητου η οποία προβλέπεται να εφαρμοστεί από το 2020 αυξάνοντας σημαντικά την αναλογία των άμεσων φόρων στο σύνολο των «βαρών». Οι υπόλοιπες παρεμβάσεις αφορούν κυρίως στην περικοπή των συντάξεων από το 2019 αλλά και σε παρεμβάσεις σε κοινωνικές εισφορές και κοινωνικά επιδόματα.

Επιπλέον έσοδα 254 εκατομμύρια ευρώ έως το 2022 προβλέπονται από τα παιγνιομηχανήματα του ΟΠΑΠ και ακόμη 12 εκατ. ευρώ από το περιβαλλοντικό τέλος πλαστικής σακούλας, ενώ μικρή απώλεια 22 εκατ. ευρώ προβλέπεται από τη μείωση του φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων και 5 εκατ ευρώ από τη μείωση του ΦΠΑ για την παροχή υπηρεσιών από οίκους ευγηρίας.

Η συνολική αξία των αντιμέτρων είναι χαμηλότερη κατά 1 δισ. ευρώ. Υπολογίζεται στα 4,059 δισ. ευρώ έως το 2022. Η μερίδα του λέοντος για τον επόμενο χρόνο αφορά σε μέτρα κοινωνικής προστασίας, ενώ μείωση φόρων προβλέπεται από το 2020 και συνολικά αναμένεται να φτάσει έως το 2022 στα 2,089 δισ. ευρώ. Ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα μέτρα και τα αντίμετρα που θεσπίστηκαν το 2017, αλλά επαναϋπολογίζεται η απόδοσή τους.

Αναφορικά με τα έσοδα του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων υπολογίζεται ότι φέτος θα εισπραχθούν 2 δισ. ευρώ, 1,2 δισ. ευρώ το 2019, 238 εκατ. ευρώ το 2020, 212 εκατ. ευρώ το 2021 και 270 εκατ. ευρώ το 2022. Το χρέος γενικής κυβέρνησης αναμένεται από τα 335 δισ. ευρώ φέτος να υποχωρήσει στα 323,3 δισ. ευρώ το 2019 και στα 318,7 δισ. ευρώ το 2022.

Ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί φέτος στο 2%, να επιταχυνθεί το 2019 στο 2,4% και στη συνέχεια να ακολουθήσει μία πιο αργή πορεία ανόδου με την επίδοση του 2022 να είναι στο 1,8%. Κατά μέσο όρο θα κυμανθεί στο 2,1%.

Μεσοπρόθεσμο 2018-2022: Επισφραγίζουν μείωση συντάξεων και αφορολόγητου ύψους 5,1 δισ. ευρώ

Πρωτογενές πλεόνασμα «τέρας» και επιπλέον «χώρος»

Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να φτάσει στα 11 δισ. ευρώ το 2022 ή στο 5,19% του ΑΕΠ (όπως άλλωστε είχε αποκαλυφθεί από την έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου που ήρθε στο φως της δημοσιότητας πριν από λίγες μέρες). Δημιουργείται έτσι μία δημοσιονομική υπεραπόδοση που ξεκινά από τα 107 εκατ. ευρώ φέτος, διευρύνεται στα 868 εκατ. το 2019, στο 1,28 δισ. ευρώ το 2020, στα 2,1 δισ. ευρώ το 2021 και στα 3,58 δισ. ευρώ το 2022.

Πώς θα μοιραστούν οι επιπλέον παροχές

Στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-22 αναφέρεται ότι «ο δημοσιονομικός χώρος που προκύπτει κατ’ έτος από την προϊούσα οικονομική ανάκαμψη και χωρίς τη λήψη νέων μέτρων, δεσμεύεται για τη μόνιμη μείωση των φορολογικών βαρών, των ασφαλιστικών εισφορών, και τη στοχευμένη ενίσχυση συγκεκριμένων κατηγοριών πρωτογενών δαπανών».

«Από το έτος 2019 και μετά, θα υπάρξει επιπλέον δημοσιονομικός χώρος, τον οποίο η Κυβέρνηση προτίθεται να αξιοποιήσει, ώστε, σε κάθε περίπτωση, το πρωτογενές αποτέλεσμα της περιόδου 2019-2022 να μην υπερβεί το 3,5% του ΑΕΠ. Ο δημοσιονομικός χώρος θα χρησιμοποιηθεί για την υιοθέτηση μόνιμων μειώσεων φόρων, που θα συμβάλλουν στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, καθώς και στοχευμένης ενίσχυσης των πρωτογενών δαπανών, με στόχο τη διατηρήσιμη μείωση της ανεργίας, την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας και την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Ειδικότερα:

1. Το έτος 2019 δημοσιονομικός χώρος 700 εκατ. ευρώ θα διατεθεί αποκλειστικά σε παρεμβάσεις μείωσης των φορολογικών βαρών.

2. Ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος του 2020 θα διατεθεί κατά 75% σε νέες φορολογικές ελαφρύνσεις και κατά 25% σε κοινωνικές δαπάνες, ενώ αυτός των ετών 2021-2022 θα διατεθεί ισόποσα μεταξύ φορολογικών ελαφρύνσεων και κοινωνικών δαπανών.»

Μεσοπρόθεσμες προοπτικές

«Η ομαλή ολοκλήρωση του τρίτου Προγράμματος στήριξης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επαλήθευση των μεσοπρόθεσμων εκτιμήσεων για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, ενώ μεταξύ άλλων συνδέεται με την εξομάλυνση της καμπύλης αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, και άρα με το κόστος εξυπηρέτησης των χρηματοδοτικών αναγκών της οικονομίας στο μεσοπρόθεσμο διάστημα» επισημαίνεται.

Αναφέρεται επίσης ότι «η μείωση δανειακών υποχρεώσεων του ιδιωτικού τομέα αποτελεί άλλη μία σημαντική παράμετρο για την εξέλιξη του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, καθώς συνδέεται με την ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης και την πραγματοποίηση επενδύσεων διαμέσου της απελευθέρωσης χρηματοδοτικών πόρων»

Παράγοντες κινδύνου

Επισημαίνεται ότι «το διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ελληνική οικονομία μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής χαρακτηρίζεται από αυξημένη ευμεταβλητότητα στις αγορές ομολόγων των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας καθώς και από σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από την επιταχυνόμενη αλλαγή στην κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και τις αλλαγές στο καθεστώς του διεθνούς εμπορίου. Για το λόγο αυτό, οι αλλαγές στο μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής και η συνακόλουθη δημοσιονομική επέκταση που περιγράφεται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022, θα πρέπει να γίνουν με τρόπο προσεκτικό ώστε να προστατευθεί η δημοσιονομική αξιοπιστία ως κόρη οφθαλμού και η επιστροφή στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου να είναι μόνιμη, ασφαλής και βιώσιμη».

Οι ενδογενείς παράγοντες κινδύνου εξακολουθούν να συνδέονται με την πολιτική και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη διατήρηση των θετικών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων, και την ομαλή επιστροφή της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων με την ολοκλήρωση του Προγράμματος στήριξης, τον Αύγουστο του 2018, αναφέρεται στο Μεσοπρόθεσμο.

Ειδικότερα «σε σχέση με τη χρηματοπιστωτική ευστάθεια και τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία, είναι σημαντική η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των εργαλείων για τη διαχείριση των μη εξυπηρετουμένων δανείων, προκειμένου να επιτυγχάνονται οι επιχειρησιακοί στόχοι των τραπεζών».

Οι εξωγενείς παράγοντες κινδύνου, η πραγματοποίηση των οποίων θα μπορούσε να επηρεάσει την ελληνική οικονομία μέσω της προς τα κάτω αναθεώρησης των τρεχουσών εκτιμήσεων για την παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, αφορούν κυρίως, σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο:

  • τη διεθνή μεταστροφή προς πολιτικές εσωστρέφειας και προστατευτισμού, ιδίως μετά την απόφαση των Η.Π.Α. για επιβολή δασμών προς την Κίνα, την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Μεξικό και τον Καναδά,
  • την παράταση της αβεβαιότητας όσον αφορά τη μελλοντική εμπορική σχέση μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση,
  • την παράταση των διαταραχών στην πολιτική σταθερότητα ορισμένων κρατών-μελών της ευρωζώνης, τα οποία παράλληλα αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος,
  • την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και
  • την πραγματοποίηση ενδεχομένων που θα επιβράδυναν το ρυθμό ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία μετά το 2019, πλέον της ήδη εκτιμώμενης επιβράδυνσης για το μεσοπρόθεσμο διάστημα (π.χ. απότομη αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής και συναφείς χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι, δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις και επίδραση στο δυνητικό προϊόν).

«Οι ως άνω εξωγενείς παράγοντες κινδύνου, εφόσον πραγματοποιηθούν, ενδέχεται να επιδράσουν δυσανάλογα σε οικονομίες με υψηλό ιδιωτικό και δημόσιο χρέος, όπως είναι η Ελλάδα», επισημαίνεται. «Για το λόγο αυτό, βραχυπρόθεσμα η δημιουργία ταμειακών αποθεματικών, που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη προκειμένου να διευκολυνθεί η εξυπηρέτηση των χρηματοδοτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας στην αμέσως μετά το τέλος του Προγράμματος εποχή, θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ για τη θωράκισή της. Στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, αντίστοιχα, θεωρείται ότι τυχόν νέα επιβάρυνση στο κόστος χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας από μία μεγαλύτερη της διαφαινόμενης αύξηση επιτοκίων στην Ευρώπη είναι δυνατόν να αντισταθμιστεί σε μεγάλο βαθμό από την αποκλιμάκωση της διαφοράς της απόδοσης των ελληνικών από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα αναφοράς».

πηγή: capital.gr

Σχετικά άρθρα

Close