Ελλάδα

Ο ελληνισμός της Μακεδονίας οργανώνεται και αντιδρά

Συμπαράσταση και δράση από μη Μακεδόνες εθελοντές, Κρήτες κ.α.

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Ζωγραφάκη, «ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ»

Αν και η επίσημη Ελλάδα άργησε πολύ να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των κινδύνων που απειλούσαν τον ελληνισμό της Μακεδονίας, οι ίδιοι οι Έλληνες Μακεδόνες προσπαθούσαν να αμυνθούν απέναντι στη βουλγαρική απειλή. Οι κοινότητες προσπαθούσαν να κρατήσουν τα σχολεία τους και να ιδρύσουν νέα, όπως και τις εκκλησίες, πολλές από τις οποίες οι Βούλγαροι καταλάμβαναν δια της βίας. Η ανάδειξη του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ σε Οικουμενικό Πατριάρχη (1878) βοήθησε πολύ τον ελληνισμό της Μακεδονίας, με την τοποθέτηση κατάλληλων ιεραρχών σε κρίσιμης σημασίας Μητροπόλεις.

Πέραν αυτών, ιδιαίτερα από το 1904 και το θάνατο του Π. Μελά, η ελληνική κυβέρνηση (Θεοτόκη) αποφάσισε πλέον να μπει ενεργά στον αγώνα, εγκαταλείποντας την επιφυλακτικότητα των προηγούμενων χρόνων. Με την τοποθέτηση στο μεν ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης του Λάμπρου Κορομηλά και στο προξενείο Μοναστηρίου (ως υποπροξένου) του Ίωνα Δραγούμη, οι εκθέσεις των οποίων προς την κυβέρνηση αναδείκνυαν τη σοβαρότητα του θέματος της Μακεδονίας, η κυβέρνηση ανταποκρίθηκε κατ’ αρχήν στέλνοντας αρκετούς αξιωματικούς του στρατού στη Μακεδονία. Οι αξιωματικοί αυτοί, με ψευδώνυμα φυσικά, εμφανίζονταν είτε ως δάσκαλοι, έμποροι, ακόμα και ως…ιερωμένοι. Πλέον δραστήριος ήταν ο Κ. Μαζαράκης, ο οποίος εμφανίστηκε κατά καιρούς ως δάσκαλος, επιθεωρητής σχολείων, φωτογράφος ή κυνηγός!

Όλοι αυτοί έκαναν σημαντική δουλειά, εμψυχώνοντας το λαό, ιδρύοντας μικρές ή μεγάλες ομάδες ενόπλων, ενώ υποδέχονταν και βοηθούσαν σώματα εθελοντών, τα οποία άρχισαν να έρχονται στη Μακεδονία από την ελεύθερη Ελλάδα. Οι ομάδες, στην Κεντρική Μακεδονία, συντονίζονταν από το προξενείο Θεσσαλονίκης, όμως διαχωρίστηκε η ευθύνη από το προξενείο Μοναστηρίου. Βέβαια, τη δράση του Λ. Κορομηλά δε μπορούσε παρά να αντιληφθεί η τουρκική εξουσία, η οποία απαίτησε την απομάκρυνσή του, όμως ο Κορομηλάς τοποθετήθηκε ως επιθεωρητής όλων των προξενείων της Μακεδονίας και συνέχισε τη δράση του ως το 1907, οπότε τοποθετήθηκε πρεσβευτής της Ελλάδας στις ΗΠΑ.

Εν τω μεταξύ, το κενό που άφησε ο θάνατος του Π. Μελά στη Δυτ. Μακεδονία, κάλυψε ο Γεώργιος Κατεχάκης (Ρούβας), με υπαρχηγό τον Παύλο Γύπαρη, σύντομα όμως αντικαταστάθηκε, ως αρχηγός, από τον Γεώργιο Τσόντο (Βάρδας). Όλοι αυτοί ήταν Κρητικοί. Με την πάροδο του χρόνου, (1905 κ. ε.) ολοένα και περισσότερες ομάδες μακεδονομάχων έφταναν στη Μακεδονία. Οι συγκρούσεις με τα ένοπλα τμήματα των Βουλγάρων ήταν συχνές και σφοδρές και συχνά, εκατέρωθεν, ξεπερνούσαν τα όρια ανεκτής συμπεριφοράς, αφού προέκυπταν δολοφονίες αμάχων, εμπρησμοί και διάφορες καταστροφές.

Οι ελληνικές ομάδες δρούσαν άλλοτε χωριστά και άλλοτε σε μεταξύ τους συνεργασία. Από τους οπλαρχηγούς που έφταναν και δρούσαν στη Μακεδονία, αξιομνημόνευτα ονόματα, εκτός των άλλων που αναφέραμε ήδη, ήταν ο Κρητικός Δικώνυμος Μακρής, ο Χειμαριώτης Σπ. Σπυρομήλιος κ. ά.

Από τις αρχές του 1905 άρχισαν να δημιουργούνται, σε στρατόπεδο που είχε οργανωθεί από την ελληνική κυβέρνηση στη Βουλιαγμένη Αττικής, πολυμελή σώματα, προοριζόμενα για τη Μακεδονία. Πρώτο ήταν το σώμα 86 Κρητών του Ιωάννη Νταφώτη, που έφτασε, πλήρες εφοδίων, τον Απρίλιο του 1905 στον κόλπο του Ορφανού της Ανατ. Χαλκιδικής, προοριζόμενο για την περιοχή των Σερρών. Όμως, προδόθηκε από τους Βουλγάρους στους Τούρκους και στάλθηκε εναντίον του ισχυρό σώμα τουρκικού στρατού, με το οποίο συγκρούστηκε αρχικά στα Στεφανινά της Θεσσαλονίκης και τελικά, στις 2 Μαΐου, σε περιώνυμη μάχη πάνω από τη Μονή της Αγ. Αναστασίας Χαλκιδικής και διασκορπίστηκε με απώλειες, προξενώντας ωστόσο πολλαπλάσια θύματα στους Τούρκους. Ακολούθησαν τα σώματα του Καπ. Ακρίτα (Κ. Μαζαράκη), Μπούα (Σπ. Σπυρομήλιου), Νίδα (Καλομενόπουλου), Κόδρου, Μαστραπά και άλλα μικρότερα, που έδρασαν σε διάφορες περιοχές της Κ. Μακεδονίας, με επιτυχίες αλλά και δυσκολίες και αποτυχίες. Τακτική των Βουλγάρων –όπως έγινε και στην προαναφερθείσα περίπτωση του σώματος Νταφώτη – ήταν η κατάδοση της άφιξης και της παρουσίας των ελληνικών σωμάτων στις τουρκικές αρχές, οι οποίες, ιδιαίτερα μετά την εξέγερση του Ίλιντεν (Ιούλιος 1903) και εξής, διατηρούσαν στη Μακεδονία ισχυρές δυνάμεις καταδίωξης.

Σχετικά άρθρα

Close