Δήμος ΑριστοτέληΧαλκιδική

Η Μαρούδα και οι καλικάντζαροι (Χριστουγεννιάτικο παραμύθι)

Το όμορφο αυτό Χριστουγεννιάτικο παραμύθι έχει καταγραφεί στην Ιερισσό από τον συνεργάτη της ομάδας του «Κυττάρου», Ιωάννη Πλιούκα. Δημοσιεύθηκε στο 17ο τεύχος/2018 του περιοδικού «Κυττάρο Ιερισσού», σ. 32-33.

Μια φορά κι ένα καιρό στην άκρη του χωριού ζούσε μια γυναίκα με τις δυο της κόρες την Άννα και την Μαρούδα. Η Άννα ήταν κανονική της κόρη και η Μαρούδα παρακόρη, ψυχοκόρη όπως την έλεγαν τότε.

Την Άννα την αγαπούσε και την φρόντιζε πάρα πολύ. Της έφτιαχνε ό,τι φαγητά της άρεσαν και της έραβε ωραία φορέματα. Ενώ στη Μαρούδα έδινε ό,τι φαγητά περίσσευαν και ό,τι φορέματα δεν ήθελε η Άννα.  Την Μαρούδα όμως δεν την στενοχωρούσαν αυτά και ούτε την ένοιαζαν γιατί ήταν χαρούμενη και καλή κοπέλα. Γι’ αυτό και την αγαπούσε όλη η γειτονιά και όλο το χωριό. Τα παλικάρια του χωριού δεν έχαναν ευκαιρία να περνούν από την γειτονιά της να την καλημερίζουν και να πιάνουν κουβέντα μαζί της. Ακόμα και τα ζώα που είχαν στην αυλή που τα φρόντιζε και τα περιποιούταν η Μαρούδα την αγαπούσαν κι όταν την έβλεπε ο μεγάλος πετεινός που είχαν στην αυλή ανέβαινε στη σκεπή και χτυπώντας τα φτερά του φώναζε χαρούμενα «κικιρίκου κικιρίκου ήρθε η καλή μας η Μαρούδα να μας ταΐσει και να μας ποτίσει κικιρίκου κικιρίκου»

Όταν τα έβλεπε όλα αυτά η παραμάνα της ζήλευε πολύ και θύμωνε.

Μια χρονιά σαν πέρασε καιρός και ήρθαν τα Χριστούγεννα οι νοικοκυραίοι και οι νοικοκυρές άρχισαν τις ετοιμασίες. Καθάριζαν τα σπίτια και έπλεναν τα ρούχα. Ζύμωναν ψωμιά και ετοίμαζαν γλυκά. Έσφαζαν τα γουρούνια και ετοίμαζαν παστό, πλιμιβριές και λουκάνικα. Εκείνες τις μέρες όμως έβγαιναν και τα καλικατζαράκια που πείραζαν και έκανα ζημιές σε όλα τα σπίτια για να γελάνε με τους ανθρώπους. Για αυτό και οι νοικοκυρές κλείδωναν στα ντουλάπια  τα γλυκά και τα ψωμιά για να μην τα βρίσκουν τα καλικατζαράκια και τα μαγαρίσουν. Οι νοικοκυραίοι κρεμούσαν τα λουκάνικα σε ένα ξύλο  μπροστά στο τζάκι και βάζαν φωτιά γιατί τα καλικατζαράκια φοβόταν τη φωτιά και δεν τα πλησίαζαν για  να μην τα κάψει.  Ένα άλλο που φοβόταν τα καλικατζαράκια ήταν ο ήλιος. Γι΄ αυτό και έβγαιναν πάντα νύχτα να κάνουν τις σκανδαλιές τους.

Μια από κείνες τις μέρες λοιπόν φώναξε την Μαρούδα η παραμάνα της και της είπε  «Αύριο Μαρούδα θα πάμε στο λάκκο στα Πλακιά να πλύνουμε και να καθαρίσουμε τα ρούχα για τα Χριστούγεννα».

Ξύπνησε νωρίς νωρίς το άλλο πρωί η Μαρούδα και αφού ετοίμασε τον γαϊδουράκο τον φόρτωσε με τα ρούχα και το καζάνι  και ξεκίνησαν με την παραμάνα της για τον λάκκο. Αφού έπλυναν τα ρούχα, τα άπλωσαν στα τριγύρω κλαδιά για να στεγνώσουν. Η  ώρα όμως πέρασε· νύχτωσε και τα ρούχα δεν στέγνωσαν και λέει τότε η παραμάνα.
«Εγώ Μαρούδα θα πάρω τον γάιδαρο και θα φύγω να γυρίσω στο χωριό.  Εσύ θα μείνεις να φυλάς τα ρούχα μη μας τα κλέψουν και έρθουν και οι καλικάτζαροι και μας τα λερώσουν».

Τότε η καημένη η Μαρούδα είπε:

«Πως θα μείνω μόνη εδώ; Φοβάμαι»

Και η παραμάνα της απάντησε:

«θα κάνεις αυτό που σου λέω και το νου σου στα ρούχα».

Σαν νύχτωσε για τα καλά η Μαρούδα πήγε και κρύφτηκε από τον φόβο της πίσω από κάτι  κλαδιά. Σαν πέρασαν τα μεσάνυχτα άκουσε  φωνές και τραγούδια που όλο και πλησίαζαν κοντά της και άκουσε τις φωνές να λένε

«Ελάτεεεεε κάποια ρούχα είναι εδώ απλωμένα· ελάτε να τα βρωμίσουμε για να γελάσουμε».

Όταν η Μαρούδα κατάλαβε ότι οι φωνές που άκουσε ήταν από τα καλικατζαράκια βγήκε από την κρυψώνα της  και άρχισε να φωνάζει και να λέει:

«Φύγετε από δω είναι δικά μου τα ρούχα μην τα πειράζετε».

«Και ποια είσαι εσύ;» ρώτησαν τα καλικατζαράκια

«Είμαι η Μαρούδα» απάντησε τότε αυτή.

Και τότε οι καλικάτζαροι πιάστηκαν σε κύκλο γύρω της και χορεύοντας τραγουδούσαν:

«Τα ρούχα της Μαρούδας θα τα κατουρήσουμε και θα τα λερώσουμε τραλαλά τραλαλά».

Τότε άρχισε να κλαίει η κοπέλα και τα καλικατζαράκια ρώτησαν:

«Γιατί κλαις; Μας φοβάσαι;».

«Όχι» απάντησε η Μαρούδα «κλαίω γιατί άμα τα λερώσετε θα έρθει η μάνα μου το πρωί και θα με μαλώνει».

Τότε ο αρχικαλικάτζαρος της είπε «αφού σε μαλώνει η μάνα σου να σε πάρουμε στη χώρα μας να σε κάνουμε νύφη να σε παντρέψουμε με ένα καλικάτζαρο».

«Να έρθω λέει η Μαρούδα αλλά πώς να εμφανιστώ έτσι; Με το παλιό φουστάνι;».

«Θα σου φέρουμε εμείς φουστάνι» είπαν τα καλικατζαράκια και έφυγαν. Σε λιγάκι γύρισαν με ένα πανέμορφο φόρεμα με δαντέλες και βελούδα και το έδωσαν στη Μαρούδα.

«Τώρα είσαι  ωραία νύφη» είπαν οι καλικάτζαροι «έλα μαζί μας».

«Να έρθω» απαντάει η Μαρούδα «αλλά έτσι; Με τα παλιά τα γρουνοτσάρουχα που φοράω θα γίνω νύφη;».

«Τι παπούτσια θες;» την ρώτησαν τότε κι αυτή απάντησε:

«θέλω  ένα ζευγάρι όμορφα και ακριβά παπούτσια».

«Θα σου φέρουμε εμείς παπούτσια» είπαν τα καλικατζαράκια και έφυγαν. Σε λίγο γύρισαν με ένα ζευγάρι όμορφα και ακριβά παπούτσια.

«Τώρα είσαι έτοιμη» λένε πάλι όλα μαζί «έλα μαζί μας!»

«Ναι, ναι, να έρθω!» απαντάει η κοπέλα «αλλά  μ΄αυτά τα μαλλιά; Θέλω και ένα χρυσό χτένι να τα χτενίσω και να τα περιποιηθώ.  Πως θα εμφανιστώ έτσι;».

«Θα σου φέρουμε εμείς χτένι» ξαναλένε τα καλικατζαράκια και φεύγουν τρέχοντας. Σε λίγη ώρα γύρισαν με ένα υπέροχο χρυσό χτένι με πολλά πολύτιμα χρωματιστά πετράδια πάνω. Μόλις χτένισε τα μαλλιά της η Μαρούδα με μια φωνή τα καλικατζαράκια είπαν

«ΤΩΡΑ είσαι έτοιμη!»

«Ναι λέει η Μαρούδα αλλά… πως θα εμφανιστώ στο γαμπρό χωρίς μπιλιτζίκια;»

«Θα σου φέρουμε εμείς μπιλιτζίκια» φώναξαν πάλι όλα μαζί και χάθηκαν μέσα στη νύχτα. Σε λίγη ώρα γύρισαν πίσω με τα λαμπρότερα μπιλιτζίδια  που είχε δει η Μαρούδα. Φλουριά για το λαιμό, σκουλαρίκια για τα αυτιά, βραχιόλια και δαχτυλίδια για τα χέρια. Μόλις τα φόρεσε η Μαρούδα όλα τα καλικατζαράκια έμειναν με ανοιχτό το στόμα.

Μόλις συνήλθαν από τον θαυμασμό είπαν:

«τώρα είσαι έτοιμη και σαν πριγκίπισσα!! Άντε να φεύγουμε τώρα για τη χώρα μας γιατί περνάει η νύχτα και θα ξημερώσει».

«Ναι» απάντησε η Μαρούδα «μόνο που…»·

«Μόνο που τι;» ρώτησαν οι καλικάντζαροι!

«Να… με όλα αυτά τα υπέροχα ρούχα και μπιλιτζίκια πώς θα πάω με τα πόδια; Τις νύφες τις παγαίνουνε καβάλα σε άλογο. Κι έτσι όπως είμαι στολισμένη μου πρέπει άλογο με χρυσή σέλα και χρυσά χαλινάρια»

«Θα σου φέρουμε εμείς ένα άλογο» είπαν και έφυγαν γρήγορα. Σε κάμποση ώρα επέστρεψαν με ένα όμορφο άσπρο άλογο με στολισμένη σέλα και πολλά στολίδια.

Την ώρα που έφερναν το άλογο άκουσαν μακριά από το χωριό τους  πετεινούς να φωνάζουν «κικιρίκου κικιρίκου ξυπνήστε χωριανοί να πάτε στις δουλείες σας βγαίνει ο ήλιος κικιρίκουυυυυυυ».

Όταν το  άκουσαν οι καλικάτζαροι όλοι μαζί τρομαγμένοι με μια φωνή φώναξαν «ο ήλιος! Βγαίνει ο ήλιος» και άρχισαν να τρέχουν να πάνε να κρυφτούν να μην τους κάψει ο ήλιος.

Έμεινε λοιπόν μόνη η Μαρούδα με όλα τα στολίδια και το άλογο που της έφεραν  οι καλικάντζαροι.

Πίσω στο σπίτι της η παραμάνα της αφού ξημέρωσε βγήκε στο δρόμο και κοιτούσε αν επέστρεφε η Μαρούδα και έλεγε «πάει η Μαρούδα… απόψε την πήραν οι καλικάτζαροι».

Σαν το άκουσε ο μεγάλος πετεινός ανέβηκε πάνω στη σκεπή και κοιτούσε κι αυτός δεξιά κι αριστερά αν έρχεται η Μαρούδα.  Ξαφνικά άρχισε να φωνάζει «κικιρίκουυυυ έρχεται η Μαρούδα.  Έρχεται στολισμένη πάνω σε άλογο σαν πριγκίπισσα κικιρίκουυυυ».

Η παραμάνα τον μάλωσε «ξουτ παλιοπετεινέ τη Μαρούδα την πήραν οι καλικάτζαροι».

Σαν έφτασε η Μαρούδα στο σπίτι της στολισμένη η μάνα της άρχισα να την καλοπιάνει και να την ρωτάει πού βρήκε όλα αυτά τα στολίδια και το άλογο και η Μαρούδα απάντησε ότι το προηγούμενο βράδυ της τα χάρισαν οι καλικάτζαροι. Τότε η μάνα φώναξε την Άννα, την κόρη της, και της είπε:

«Σήμερα θα πας κι εσύ στο λάκκο να πλύνεις ρούχα κι όταν έρθουν οι καλικάτζαροι θα ζητήσεις πιο όμορφα στολίδια και φορέματα. Και άλογο, μην ξεχάσεις το άλογο».

Πήγε λοιπόν η Άννα, άπλωσε τα ρούχα και κρύφτηκε πίσω από τα κλαδιά και περίμενε να εμφανιστούν οι καλικάντζαροι. Πράγματι σε λίγη ώρα μόλις σκοτείνιασε άκουσε τα τραγούδια τους. Εμφανίστηκε μπροστά τους  και τους παρακάλεσε να μην της πάρουν τα ρούχα γιατί θα την μάλωνε η μάνα της.

« Είσαι η Μαρούδα;» την ρώτησαν.

«Όχι δεν είμαι η Μαρούδα, είμαι η Άννα» τους απάντησε.

«Που πήγε η Μαρούδα;»

«Η Μαρούδα έφυγε» τους είπε.

«Εντάξει τότε θα πάρουμε εσένα για νύφη» είπαν οι καλικάτζαροι.

«Θα έρθω απάντησε η Άννα αλλά θέλω φουστάνι, παπούτσια, χτένι, κοσμήματα και άλογο» ζητώντας όλα μαζί όσα είχε πάρει το προηγούμενο βράδυ η αδερφή της σιγά σιγά.

«Εμείς θα στα φέρουμε» φώναξαν τα καλικατζαράκια και έφυγαν γρήγορα. Σε λίγη ώρα γύρισαν με όλα όσα ζήτησε η Άννα.  Έτσι η άμυαλη Άννα δεν είχε άλλη δικαιολογία και αναγκάστηκε να  τα ακολουθήσει στη χώρα τους.

Την άλλη μέρα το πρωί η μάνα βλέποντας ότι η ώρα περνούσε και η Άννα δεν ερχόταν είπε στον πετεινό: «ανέβα βρε στα κεραμίδια να δεις αν έρχεται η Άννα μου».

Αφού δεν πήρε απάντηση από τον κόκορα  ανήσυχη βγήκε στο δρόμο και φώναζε  «αχ  τί έπαθα η δόλια; Αυτό που ήθελα για την Μαρούδα το έπαθε η Άννα μου».

Κανείς ποτέ δεν έμαθε τίποτα για την Άννα από τότε.

Όσο για την Μαρούδα καλοπαντρεύτηκε με ένα καλό και εργατικό παλικάρι και έκανε πολλά παιδιά. Ποτέ δεν της έλειψε τίποτα και ήταν πάντα ευτυχισμένη.

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Κείμενο: ΓΙΑΝΝΗΣ Π. ΠΛΙΟΥΚΑΣ

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close