Τρεις είναι οι λόγοι που υπαγορεύουν στον ταξιδευτή  να επισκεφθεί  την Όλυνθο… ο πρώτος είναι οι άνθρωποι του τόπου που τους χαρακτηρίζει η φιλοξενία, η αρχοντιά, η προκοπή και το χαμόγελο…Δεύτερος λόγος είναι η ευλογία του τόπου στα γεννήματά του …παράγει εκλεκτά τοπικά προϊόντα και Τρίτος λόγος είναι το μοναδικό ιστορικό παρελθόν του τόπου… της περίφημης αρχαίας Ολύνθου, του Βυζαντινού Μυριόφυτου. και των Μαριανών…

και ας ξεκινήσουμε το ταξίδι …

Κοντά στις ακτές του Τορωναίου Κόλπου , πάνω σε δύο λόφους που δεσπόζουν στην περιοχή, βρίσκονται τα ερείπια μιας σημαντικής αρχαίας πόλης.

Πρόκειται για την Ολυνθο, την ονομαστή πρωτεύουσα των Χαλκιδέων, που από τις τελευταίες δεκαετίες του 5ου αι. π.Χ. και ως την καταστροφή της από τον Φίλιππο το 348 π.Χ., ήταν το σημαντικότερο οικονομικο-στρατιωτικό κέντρο της περιοχής.

Η Όλυνθος είναι ίσως μια  από τις αρχαιότερες  πόλεις  της Χαλκιδικής, χτισμένη σε μια εύφορη πεδιάδα, στο μυχό του κόλπου της Τορώνης, κοντά στη βάση της χερσονήσου της Παλλήνης (σήμερα Κασσάνδρας), σε απόσταση 60 σταδίων (11,5 χλμ περίπου) από την Ποτίδαια και 4 χλμ από τη θάλασσα.

Από αρχαιολογικά ευρήματα προκύπτει ότι στη θέση της πόλης υπήρχε ένας αξιόλογος προϊστορικός οικισμός, του οποίου συνέχεια υπήρξε η πόλη των κλασικών χρόνων.

Ειδικότερα η τοποθεσία κατοικείται από τη Νεολιθική Εποχή (5300-4500 π.Χ.) και η λέξη “Όλυνθος” είναι προελληνική και σημαίνει, πιθανόν, “αγριοσυκιά”.

Σύμφωνα με μια άλλη  παράδοση ονομάστηκε έτσι από τον Όλυνθο, γιο του ποτάμιου θεού Στρυμόνα.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Όλυνθος ήταν γιος του βασιλιά της Θράκης Στρυμόνα και σκοτώθηκε σε κυνήγι λιονταριού.

Μετά το θάνατό του ο αδελφός του Βράγγας έκτισε προς τιμή του την Όλυνθο. Κατά μια άλλη εκδοχή ο Όλυνθος ήταν γιος του Ηρακλή.

Η Νέα Όλυνθος είναι η συνέχεια του βυζαντινού χωριού Μυριόφυτο. Κατά καιρούς υπήρξε τούρκικο τσιφλίκι και μετόχι του Αγίου Όρους.

Σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας το όνομα του χωριού ήταν Μυριόφυτο. Διοικητικά υπαγόταν στο ναχιγιέ της Καλαμαριάς.

Όλυνθος… Μυριόφυτο –Μετόχι Κωσταμονίτου …

Το Μυριόφυτο ήταν Βυζαντινό χωριό που χτίστηκε στα ερείπια της αρχαίας πόλης στην όχθη του Ολυνθίου ποταμού.
Αναφορά γίνεται  για το Μυριόφυτο στο « Βίο αγίας Θεοδώρας της έν Θεσσαλονίκη», όπου αναφέρεται «κώμη ,λεγομένη Μυρίοφυτος» 894 .
Ο Χρυσανθίδης στο « Οδοιπορικό του περιηγητού »το 1869 αναφέρεται στο χωριό Μυριόφυτο ως μικρό χωριό με 30 σπίτια και εξαθλιωμένους κατοίκους από το χρέος στον Πασά της Θεσσαλονίκης και μια εκκλησία σχεδόν ερειπωμένη.
Σε έγγραφα αναφέρεται ότι η Ιερά μονή Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας είχε στην ιδιοκτησία της νερόμυλο που τον νοίκιαζε.
Τον 15ο αι 1459 βρίσκεται στην κυριότητα της μονής Κωνσταμονίτου Αγίου Όρους .


Στην επανάσταση του 1821 στο Μυριόφυτο στρατοπέδευσαν Τούρκοι ο Εμμανουήλ Παπάς επιτέθηκε στο χωριό και το τουρκικό ιππικό διέλυσε τους Έλληνες .
Οι Τούρκοι μερίμνησαν να δοθούν στους κατοίκους ζώα και σπόρος για να καλλιεργήσουν τη γη τους .
Το Μυριόφυτο το 1920 είχε 170 κατοίκους. Είπαμε ήδη ότι οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν προσωρινά στα Μαριανά μετοίκησαν στο Μυριόφυτο όταν έχτισαν τα σπίτια τους και έκαναν μαζί με τους παλιούς κατοίκους το νέο χωριό, που μετονομάστηκε σε Νέα Όλυνθο.
Οι ντόπιοι κάτοικοι και οι Θρακιώτες έχτισαν τα σπίτια τους στο κάτω μέρος του χωριού, ενώ οι Μικρασιάτες στο πάνω, τα γνωστά ως Καραμανλίδικα.
Το 1928 το Μυριόφυτο είχε 307 κατοίκους.

Σήμερα οι κάτοικοι  ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, τη κτηνοτροφία.και την καλλιέργεια ελαιόδεντρων.

Η Όλυνθος συγκαταλέγεται στις πρώτες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας σε βρώσιμη ελιά και αγουρέλαιο.

Οι Ολύνθιοι διατηρούν τα πατροπαράδοτα έθιμα και τιμούν τα προϊόντα του τόπου τους. Κάθε χρόνο, συνήθως τον Ιούλιο, διοργανώνονται τριήμερες εκδηλώσεις για τη «Γιορτή Ελιάς» με στόχο να τιμηθεί το σημαντικότερο προϊόν της περιοχής.

Σημαντικές εορτές για το χωριό είναι  του Αγίου Αθανασίου (2 Μαΐου), του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) και των Αγίων Αναργύρων (1 Ιουλίου), οπότε και γίνονται πανηγύρια και κουρμπάνια.

Η Όλυνθος στον χώρο και τον χρόνο της ιστορίας…

Η αρχαία Όλυνθος όπως αναφέραμε βρίσκεται στα υψώματα ανατολικά του χωριού. Ο χώρος είναι περιφραγμένος και η είσοδος είναι στη ΝΔ βάση των υψωμάτων, όπου βρίσκεται και το φυλάκιο του αρχαιοφύλακα.

Ως την είσοδο υπάρχει αυτοκινητόδρομος καλής βατότητας. Η κίνηση μέσα στον αρχαιολογικό χώρο γίνεται μόνο με πεζοπορία.

Η θέση της πόλης ήταν ταυτισμένη από τον περασμένο αιώνα. Οι κάτοικοι της περιοχής την ονόμαζαν “Πύργο” (όνομα που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα από τους ντόπιους), εξαιτίας ενός βυζαντινού πύργου που ασφάλιζε το εκεί μετόχι της μονής Κασταμονίτου του Αγίου Ορους.

Από τον πύργο αυτόν σώζεται σήμερα μόνον η θεμελίωσή του στο νότιο άκρο της πόλης. Τα έτη 1928, 1931, 1934 και 1938 έγιναν εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες από αμερικανική αρχαιολογική αποστολή με τη διεύθυνση του καθηγ. David M. Robinson.

Τα συμπεράσματα των ανασκαφών έχουν δημοσιευτεί σε δώδεκα ογκώδεις τόμους, οι οποίοι αποτελούν για τους αρχαιολόγους βασικό έργο για τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής τέχνης.

Μια όμως από τις σημαντικότερες προσφορές του Robinson είναι η ολοκληρωμένη εικόνα που μας έδωσε για την πολεοδομική οργάνωση μιας πόλης των κλασικών χρόνων.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η πόλη ανήκε σε μια θρακική φυλή, τους Βοττιείς, οι οποίοι την κατείχαν μέχρι το 479 π.Χ..

Η Όλυνθος, για έναν αιώνα, υπήρξε η σπουδαιότερη πόλη της Χαλκιδικής. Η κτίση της χάνεται στα μυθικά χρόνια.

Το 480 π.Χ. ο Πέρσης στρατηγός Αρτάβαζος κατέλαβε την Ολυνθο και την κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Οσους από τους κατοίκους συνέλαβε, τους έσφαξε στα έλη που βρίσκονται μεταξύ Ολύνθου και Ποτίδαιας.
Μετά την καταστροφή παρέδωσε την πόλη στους Χαλκιδείς και έτσι έγινε και η Ολυνθος χαλκιδική πόλη.

Μετά τους περσικούς πολέμους έγινε μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Γύρω στο 440 π.Χ. αποσκίρτησε από τους Αθηναίους και με την προτροπή του Περδίκα της Μακεδονίας πολλές παραθαλάσσιες  πόλεις συνοικίστηκαν στην Ολυνθο.
Έτσι η πόλη ισχυροποιήθηκε τόσο, ώστε, σύμφωνα με τον ιστορικό Ξενοφώντα, να μπορεί να συντηρεί στρατιωτική δύναμη 20.000 ανδρών.

Η ίδρυση του Κοινού των Χαλκιδέων, δηλ., η πολιτική ένωση 32 πόλεων της Χαλκιδικής κάτω από την αιγίδα της Ολύνθου, συνέβαλε ουσιαστικά στην περαιτέρω ανάπτυξη της πόλης.

Στα χρόνια της βασιλείας του Αμύντα Β΄ (393-369 π.Χ.) η κυριαρχία της πόλης επεκτάθηκε και σε ένα μέρος της Μακεδονίας, στο οποίο περιλαμβανόταν και η Πέλλα.

Το 379 π.Χ. την πόλη κατέλαβαν οι Λακεδαιμόνιοι και διέλυσαν το Κοινό τους, αλλά πολύ σύντομα η Ολυνθος απελευθερώθηκε πάλι, ξαναΐδρυσε το Κοινό και απόχτησε τέτοια ισχύ, ώστε όλες οι μεγάλες δυνάμεις του ελληνικού χώρου να επιδιώκουν τη συμμαχία της.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Φίλιππος της Μακεδονίας, προκειμένου να αποσπάσει την Ολυνθο από την επιρροή των Αθηναίων, της παραχώρησε την εύφορη κοιλάδα του Ανθεμούντα (σήμερα Γαλάτιστας) και κατέλαβε για χάρη της την Ποτίδαια.

Οι Ολύνθιοι, επειδή κατάλαβαν ότι η συμπεριφορά του Φιλίππου δεν ήταν ανιδιοτελής, διέλυσαν το 352 π.Χ. τη συμμαχία με τους Μακεδόνες.

Με αφορμή την άρνηση των Ολυνθίων να παραδώσουν τον αδελφό του Αρριδαίο, που κατέφυγε στην πόλη τους, ο Φίλιππος εξεστράτευσε με ισχυρές δυνάμεις εναντίων των χαλκιδικών πόλεων.
Λέγεται ότι αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας ήταν η καταστροφή των 32 πόλεων του Κοινού.

Στη συνέχεια πολιόρκησε την Ολυνθο, η οποία ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια από τους Αθηναίους. Ο γνωστός Αθηναίος ρήτορας και πολιτικός Δημοσθένης εκφώνησε τους Ολυνθιακούς λόγους του, προτρέποντας την πόλη του να στείλει βοήθεια στην Ολυνθο. Όταν όμως ξεκίνησε η κυρία αθηναϊκή δύναμη, η Ολυνθος έπεσε με προδοσία στα χέρια του Φιλίππου (348 π.Χ.).

Η τύχη της πόλης είχε προδιαγραφεί από τον καιρό της πολιορκίας, όταν ο Φίλιππος απάντησε στην ολυνθιακή πρεσβεία που τον επισκέφτηκε για σύναψη ειρήνης ότι “πρέπει ή εκείνοι να μην κατοικούν πια στην Ολυνθο ή αυτός στη Μακεδονία”.


Ετσι, μετά τη λεηλασία της, ακολούθησε η ολοκληρωτική καταστροφή της. Οσοι από τους κατοίκους της πιάστηκαν αιχμάλωτοι, πουλήθηκαν δούλοι. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και τα αδέλφια του Φιλίππου, Αρριδαίος και Μενέλαος, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Πέλλα και θανατώθηκαν.

Η Ολυνθος δεν ξανακτίσθηκε μετά το 348 π.Χ.

Οι περισσότεροι από τους Ολυνθίους που σώθηκαν, εγκαταστάθηκαν από τον Κάσσανδρο στην Κασσάνδρεια το 315 π.Χ.

Για την πράξη του αυτή ο Κάσσανδρος κατηγορήθηκε από τους πολιτικούς αντιπάλους του ότι ξανακτίζει την αντίπαλο των Μακεδόνων.

Από την Όλυνθο κατάγονταν πολλές προσωπικότητες. Αναφέρουμε τον Καλλισθένη, ανιψιό του Αριστοτέλη και συμμαθητή του Μεγ. Αλεξάνδρου, και τους ιστορικούς Στράττη και Εφιππο, που συνόδευσαν το Μ. Αλέξανδρο στην εκστρατεία του.

Το Ιπποδάμειο σύστημα η πρώτη ηλιακή πόλη της αρχαίας Ελλάδας ήταν η Όλυνθος…

Η πόλη των κλασικών χρόνων ήταν δομημένη σύμφωνα με το Ιπποδάμειο σύστημα, σε έκταση 600Χ300μ., με οικοδομικά τετράγωνα που χωρίζονταν από οριζόντιες και κάθετες οδούς.

Η ακρίβεια του πολεοδομικού σχήματος της Ολύνθου μας βοηθάει να κατανοήσουμε πως εφαρμοζόταν το Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν έχει βρεθεί το θέατρο της πόλης.

Οι ανασκαφές μας γνώρισαν ότι η πόλη ήταν έξοχα σχεδιασμένη με φαρδείς δρόμους και διέθετε θαυμάσιο υδρευτικό και αποχετευτικό σύστημα.

Στον βόρειο λόφο μεγάλοι οριζόντιοι και κάθετοι δρόμοι όριζαν οικοδομικά τετράγωνα διαστάσεων περίπου 86Χ36 μ., στο καθένα από τα οποία είχαμε 10 κατοικίες.

Τα σπίτια αυτά, σχεδόν τετράγωνα, με πλευρά γύρω στα 17 μ., ήταν καλοκτισμένα, σε ένα τμήμα τους έφεραν και δεύτερο όροφο, ενώ μερικά είχαν και μωσαϊκά δάπεδα με εικονιστικές παραστάσεις, από τα παλιότερα γνωστά του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Αποκαλύφθηκε επίσης ένα σημαντικό μέρος της σκευής τους, όπως λουτήρες, πύραυνοι (=μαγκάλια) και διάφορα, ποικίλης χρήσης, οικιακά σκεύη.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με το σημαντικό μέγεθος των οικιών αυτών, βεβαίωναν ότι ο αγροτικο-κτηνοτροφικός πληθυσμός της Ολύνθου ευημερούσε.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε και κάτι άλλο. Τα σπίτια της Ολύνθου ­ έχουν αποκαλυφτεί πάνω από 100 ­ είναι συχνά ίδιων διαστάσεων και διακρίνονται από ένα, σε γενικές γραμμές, παρόμοιο σχέδιο.

Το ίδιο μέγεθος των σπιτιών αυτών, σε συνδυασμό και με τη σχεδόν τυποποιημένη κάτοψή τους, μας κάνει να υποθέτουμε ότι το κτίσιμό τους βασίστηκε σε προδιαγραφές νομοθετημένες εκ των προτέρων από την ολυνθιακή πολιτεία, που ήθελε τους πολίτες της, αυτούς τουλάχιστον που ζούσαν εντός των τοιχών, ίσους.

Με άλλα λόγια, στην αρχαία Ολυνθο δεν μπορούσε ο καθένας να κτίσει όπως ήθελε και ας είχε την οικονομική δυνατότητα να φτιάξει ακόμη και σπίτι-παλάτι με πλήθος ανέσεων.

Από τα 11-18 δωμάτια που είχε κάθε ολυνθιακή οικία (3-4 δωμάτια βρίσκονταν στον πάνω όροφο) έχει αναγνωριστεί η χρήση των περισσοτέρων.

Ετσι γνωρίζουμε τον «οίκον», ένα είδος τραπεζαρίας με εστία, το «οπτάνιον», τη σημερινή κουζίνα με την καμινάδα της, τον «ανδρώνα», το πιο επίσημο δωμάτιο του σπιτιού, που είχε ανάκλιντρα απαραίτητα για τα συμπόσια, την «αυλήν» με την «παστάδα» στη μία της πλευρά, ένα είδος στεγασμένου διαδρόμου που έδινε πρόσβαση στα βόρεια δωμάτια, στα λεγόμενα «διαιτητήρια», που τα χρησιμοποιούσαν για την καθημερινή διαμονή, το «βαλανείον», δηλαδή το λουτρό με την πήλινη μπανιέρα, τον «πιθεώνα», ένα είδος αποθηκευτικού χώρου. Τέλος, ορισμένοι άλλοι χώροι χρησιμοποιούνταν ως εργαστήρια και μαγαζιά.

Ανάμεσα στις επαύλεις που ανασκάφηκαν είναι αυτές της Αγαθής Τύχης, του Ηθοποιού, καθώς επίσης και των Διδύμων Ερώτων. Σε αυτές βρέθηκαν ψηφιδωτά δάπεδα, αγγεία, κοσμήματα και πήλινα ειδώλια. Τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα ήρθαν στο φως το 1928.

Καλλισθένης ο ιστορικός και συγγραφέας

Ο ιστορικός αυτός άκμασε κατά τον 4ον αιώνα π.Χ. , γύρω στα μετακλασσικά χρόνια. Γεννήθηκε στη Μακεδονία, 370 π.Χ. Ήταν συγγενής του μεγάλου φιλοσόφου Αριστοτέλη, διδασκάλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου (και άλλων ευγενών νέων της Μακεδονικής Αυλής). Ως μικρανεψιός του Αριστοτέλη, συνεργάστηκε μαζί του στη συγγραφή ενός καταλόγου των νικητών στα Πύθια (τους πυθικούς αγώνες, κάθε 4 χρόνια στους Δελφούς). Αργότερα, ακολούθησε τον μεγάλο φιλόσοφο στην πόλη της Τρωάδος Άσσον, όπου έμεινε, για λίγο μαζί του στην εκεί φιλοσοφική σχολή που είχε ιδρύσει ο Ερμείας, ο φωτισμένος τύραννος του Αταρνέα. Στη συνέχεια, ως ιστοριογράφος της Μακεδονικής Αυλής, συνόδευσε, ακολουθώντας πιστά, τον νεαρό βασιλιά Μ. Αλέξανδρο, στην μακρινήν εκστρατεία του στην Ασία και την Ανατολή. (Κατά μίαν, αρκετά διαδεδομένη, αρχαία παράδοση, κάποιο έργο που έγραψε, αργότερα, ο Καλλισθένης, δυσαρέστησε τον Μ. Αλέξανδρο, λόγω της αυστηρής κριτικής και των αρνητικών τοποθετήσεων, που περιείχε. Τότε, ο ιστορικός μας, έπεσε σε δυσμένεια, φυλακίστηκε, βασανίστηκε, και, τελικά, εκτελέστηκε το 327 π.Χ.!)


Ο ανιψιός του Αριστοτέλη, ο Θεόφραστος, από τη Λέσβο, αφιέρωσε ένα του έργο στη μνήμη του Καλλισθένη… Ανάμεσα στα μικρότερα έργα του Καλλισθένη συγκαταλέγονται: ένα εγκώμιο για τον φιλόσοφο-ηγεμόνα του Αταρνέα και της Άσσου, του Ερμεία, που βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τους Πέρσες` ακόμη, ένας γεωγραφικός-ιστορικός «περίπλους» (προφανώς είχε σχέση με την εκστρατείαν του Αλεξάνδρου!) Τέλος, μία συλλογή αποφθεγμάτων. Τα κύρια έργα του Καλλισθένη ήσαν τα 10 βιβλία ελληνικής ιστορίας, από το 386–356 π.Χ., με τίτλο «Ελληνικά». Το έργο αυτό τίμησε, ιδιαίτερα, ο Έφορος ο Κυμαίος και το χρησιμοποίησε. Εδώ, προσαρτήθηκε μία ξεχωριστή εξιστόρηση του «Ιερού (ή Φωκικού) Πολέμου», 356-346 π.Χ.
Σημαντικό έργο ήταν και η πρώτη ιστορία, πού γράφηκε για τον Μ. Αλέξανδρο` (τίτλος: «Αλεξάνδρου Πράξεις». Περιελάμβανε τα γεγονότα της εκστρατείας, τουλάχιστον ως το 331 π.Χ.). Ο ίδιος ο Καλλισθένης θεωρούσε τον εαυτό του κάτι σαν τον Όμηρο και το πρότυπό του – νεαρό βασιλιά Αλέξανδρο- κάτι σαν τον Αχιλλέα! Τιμούσε, τον Αλέξανδρο, ως γιο του Δία και αρχιστράτηγο όλων των Ελλήνων. Μάλιστα, φαινόταν, ότι για την ακατάλυτη τιμή και δόξα, του νεαρού Μακεδόνα στρατηλάτη, έγραψε το έργο του αυτό. (Κατά το πρότυπο της Περιπατητικής Σχολής, του Αριστοτέλη, το έργο αυτό του Καλλισθένη, ήταν γεμάτο παρεμβάσεις και εξηγητικά σχόλια` περιείχε πληροφορίες από όλους τους τομείς της γνώσης –γεωγραφία, φυσιογνωσία, ζωολογία, βοτανική, ακόμη και φιλολογία). Ο Καλλισθένης είχε ποικίλα βιώματα, κατά τη διάρκεια της περιπετειώδους εκστρατείας και πλούσιες «αφορμές» για συγγραφή. Κόσμησε τους ήρωές του –Μακεδόνες εταίρους και στρατιώτες, τον ίδιον τον Αλέξανδρο- με θαυμαστά χαρακτηριστικά. Αυτό ήταν και η κύρια αιτία ώστε να χρησιμοποιηθεί το όνομα του Καλλισθένη για τις (μεταγενέστερες) αρχαίες και βυζαντινές εκδοχές του φανταστικού «Μυθιστορήματος (ή μυθιστορίας) του Αλεξάνδρου! (μετέπειτα, στην τουρκοκρατία= της «Φυλλάδας του Μεγαλέξανδρου»!)
Πάντως, παρ’ όλα αυτά, είναι αμφίβολο αν ο Καλλισθένης, ως ιστορικός, μπορεί να ενταχθεί στο ρεύμα της «τραγικής ιστοριογραφίας». Με ρητορικά μέσα, είμαστε βέβαιοι ότι διαμόρφωσε, την ιστορική μορφή του Αλεξάνδρου, ως εξέχουσας πολιτικοστρατιωτικής προσωπικότητας… (Το ψευδό-Καλλισθένειο «Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου» σώζεται σε αρκετές παραλλαγές των πρώτων χριστιανικών και μέσων και ύστερων βυζαντινών χρόνων και βρίθει υπερφυσικών δράσεων, τερατολογιών, υπερανθρώπινων κατορθωμάτων, κάθε είδους φανταστικών και εξωπραγματικών διηγήσεων –και φυσικά, πολλών ιστορικών ανακριβειών- κλπ.)

ο Πύργος της κυρά Άννας της Καντακουζηνής Παλαιολογίνας…

Ένα ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο της Χαλκιδικής… στα Αμαριανά και στον Πύργο της κυρά Άννας Παλαιολογίνας… τότε που ζούσε εδώ προσμένοντας τον κύρή της τον Μέγα Δομέστικο κυρ- Δημήτρη Παλαιολόγο… να γυρίσει από τις μάχες για τα διαφεντέματα του κόσμου…

Ο πύργος των Μαριανών βρίσκεται 2 χιλιόμετρα βόρεια του αρχαιολογικού χώρου και του σημερινού οικισμού της Ολύνθου (πρώην Μυριόφυτο) στην αριστερή πλευρά του επαρχιακού δρόμου προς Πολύγυρο. Η πρόσβαση είναι εφικτή χωρίς δυσκολία.

Στο χθες… σαν παραμύθι αληθινό… κάπου εκεί γύρω στο 1373, στα «Αμαριανά» της Ολύνθου είχε το κάστρο της η αρχόντισσα κυρά η Μεγάλη Δομεστίκισσα, Άννα Καντακουζηνή η Παλαιολογίνα η σύζυγος του Μέγα Δομέστικου Δημήτριου Παλαιολόγου, στρατιωτικού διοικητή των δυνάμεων ξηράς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Κήποι, περιβόλια, λουλούδια, ήταν ο παράδεισος της κυρά Άννας λέει η παράδοση και όσα γραπτά έχουν σωθεί από τους μοναχούς του Αγίου Όρους που η Παλαιολογίνα ήταν ευεργέτιδα… διαβάστε εδώ

με το φακό της Ζωής Γανίτη

επιμέλεια και σύνταξη κειμένων Μαίρη Στεργίου

Πηγές-Βιβλιογραφία:κείμενα Ιωακείμ Αθ. Παπάγγελου ,”Αγιορείτικα Μετόχια στη Χαλκιδική” Ελένη Ζάχου , «FragmentaHistoryGraecorum” λήμμα «Καλλισθένης», ed. Leipzig – Berlin, Εγκυκλοπαίδεια του Ήλιου και Υπουργείο Πολιτισμού