Αθλητικά

Βασιλόπουλος: Η φανέλα της Εθνικής δε νοικιάζεται, ούτε χαρίζεται.

Είχα ξαναδοκιμάσει να γράψω τότε που είχα δημιουργήσει το δικό μου σάιτ. Αυτό είναι αλλιώς όμως! Πολύ αλλιώς παναθεμά το!

Τώρα που σιγά σιγά αρχίζω και μπαίνω στο θέμα, θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό… Αυτή η λευκή σελίδα που έχω μπροστά μου, πρόθυμη να υποδεχτεί τις λέξεις μου, σαν να μου έστησε ένα ταξίδι στο παρελθόν μου.

Τέλος πάντων… Μη μου κρατάς κακία που πλατιάζω. Αν μπορούσα αλλιώς, θα ήμουν συγγραφέας.

Στον Πύργο ήμουν… Στο Σαμικό. Από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου, σε ένα γήπεδο με έχανες και με έβρισκες. Ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλεϊ, κυνηγητό, εκείνα τα χρόνια δεν είχε και ιδιαίτερη σημασία. Οποια μπάλα κι αν συναντούσες μπροστά σου, αυτή έπαιζες. Κι όταν δεν υπήρχε τόπι, υπήρχε τρέξιμο.

Λίγα χρόνια αργότερα αποφάσισα να γυρίσω την πλάτη μου στο ποδόσφαιρο που αγαπούσα, διότι στο ραντεβού με αυτή τη μεγαλύτερη, τη σκουρόχρωμη μπάλα (αν νομίζεις ότι οι μπάλες του μπάσκετ στα ανοιχτά γήπεδα που παίζαμε εμείς ήταν πορτοκαλί, είσαι γελασμένος), ένιωσα για πρώτη φορά τι σημαίναι λατρεία.

Η αρχή έγινε στον Ιφιτο του Πύργου… Οι συνθήκες δεν ήταν ιδανικές, αλλά ως μέλος ενός οργανωμένου σωματείου, άρχισα να αντιλαμβάνομαι τη δομή και να στήνω τα δικά μου όνειρα.

Παιδικό, εφηβικό, κλιμάκια, Α1, συμβόλαια, υποχρεώσεις, προπόνηση, ατομική προπόνηση και Εθνική ομάδα! Ολες αυτές οι λέξεις ως έννοιες άρχισαν να με βάζουν στη διαδικασία της ιεράρχησης και του διαχωρισμού. Σιγά σιγά έβλεπα μπροστά μου τα βήματα που έπρεπε να κάνω… Αν φυσικά ήμουν αρκετά καλός!

Ασε να σου πω κάτι… Δεν έχει σημασία αν ήμουν καλός ή όχι! Τώρα, στα 34 πια, ξέρω ότι δεν ήμουν ο καλύτερος που υπήρχε. Ξέρω όμως, επίσης, ότι αν πίστευα ότι δεν είμαι καλός, δε θα έφτανα ποτέ σήμερα να σου γράψω αυτό το γράμμα. Ψυχολογία είναι ο αθλητισμός. Αυτοπεποίθηση! Και προπόνηση. Η προπόνηση σου γιγαντώνει την αυτοπεποίθηση κι αυτή με τη σειρά της, αναγκάζει τον προπονητή να ασχοληθεί μαζί σου.

Δεν έχω παράπονο, ο Θεός με προίκισε. Μου χάρισε την πρώτη ύλη, τη μαγιά. Ηταν χρέος μου στη συνέχεια να καλλιεργήσω αυτή τη Γη.

Τα χρόνια πέρασαν, το χωράφι που έσπειρα φύτρωσε, αλλά όπως σε κάθε καλλιέργεια, έτσι και σε αυτή, είναι αδύνατον να προβλέψεις τις κακές στιγμές, τις άτυχες, αυτές που ό,τι κι αν κάνεις, είναι απίθανο να αποφύγει αν σου είναι γραφτό.

Ολα τα αυτά χρόνια, γνώρισα από την καλή και την ανάποδη, όλες τις πλευρές, τις σκοτεινές και τις φωτεινές του φεγγαριού. Επαιξα στον ΠΑΟΚ και τον Ολυμπιακό. Συμμετείχα σε Φάιναλ Φορ. Εγινα αρχηγός σε μία από τις κορυφαίες ομάδες του κόσμου. Μετά, είδα τα πάντα να συντρίβονται… Οπως το γόνατό μου. Οταν οι άλλοι συνομίληκοι, ακόμα και οι λίγο μεγαλύτεροι, ή μικρότεροι, πλησίαζαν στο απώγειο της καριέρας τους, εγώ, έπαιρνα την απόφαση να σταματήσω, παίζοντας από εδώ και από εκεί. Είναι σκληρό αυτό μάγκα μου. Πίστεψέ με! Είναι πολύ σκληρό, να σου παίρνει η ατυχία το μωρό από την αγκαλιά σου. Ετσι αισθανόμουν ότι κρατούσα σε όλη μου τη ζωή το μπάσκετ στα χέρια μου. Οπως η μάνα το νεογέννητό της.

Δε στα γράφω για να στεναχωρηθείς, ούτε να με λυπηθείς. Μην τολμήσεις να με λυπηθείς! Εξάλλου, ξέρεις κάτι? Στα 34 μου πια, δεν έχεις δικαίωμα να με λυπηθείς, διότι εγώ είμαι ευτυχισμένος. Και ξέρεις γιατί είμαι ευτυχισμένος? Γιατί φοράω αυτή τη φανέλα ρε φίλος.

Αυτή που φορούσα το 2002 στη Γερμανία με τους 18ρηδες συνοδοιπόρους μου, αυτή που φορούσα το 2003, το 2005 στην Αργεντινή και εξαιτίας μου, με το βλακώδες φάουλ μου, στον Σεϊμπούτις, η λάμψη του χρυσού έγινε ασημιά και βέβαια την ίδια που με έκανε μάγκα, το 2005 στο Βελιγράδι και ένα χρόνο αργότερα στην Ιαπωνία.

Ενα χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ και ένα ασημένιο που έχει την αξία του χρυσού το 2006 στην Ιαπωνία. Η φανέλα της Εθνικής είναι ρε φίλε… Γαλανόλευκη!

Στο Σαμικό ήμουν ακόμα όταν σκεφτόμουν… “Θεέ μου, αξίωσέ με, να τη φορέσω έστω για μία φορά”… Τότε, ακόμα που η Εθνική ομάδα έπαιρνε τη μία τέταρτη θέση μετά την άλλη στις διεθνείς διοργανώσεις.

Ο Θεός με αξίωσε, τη φόρεσα για περισσότερες από μία φορές. Αλλά, αυτές οι τέσσερις τελευταίες, ίσως με παρεξηγήσεις που θα σου πω, αλλά δε μοιάζουν με καμία άλλη, παρά μόνο με την πρώτη φορά.

Τον Νοέμβριο στο Λέστερ, το ταξίδι της ζωής μου διήρκησε 40 δευτερόλεπτα… Οσο ο ανατριχιαστικός ήχος παιάνιζε στα αυτιά και τα μάτια μου κοιτούσαν ψηλά, έβλεπαν σκηνές και σκιές ζόρικες…

“Σε γνωρίζω από την όψη….” άκουγα με την τρίχα κάγκελο (ναι, ποιος είπε ότι οι αθλητές είναι αναίσθητοι), και μπροστά στη σημαία που έτεινα το βλέμμα μου, σκιές υγρές από δάκρυα σχηματίζονταν… Ο Παναγιώτης πεσμένος στο παρκέ… Ενα φευγάτο κατεστραμένο γόνατο. Νυστέρια, ποδιές ιατρικές, το φως του χειρουργείου, αυτό το γαμημένο φως να με ανακρίνει ζητώντας μου μία απάντηση που δεν ήθελα να δώσω.

Σε αυτά τα 40 δευτερόλεπτα που ακουγόταν ο Εθνικός Ύμνος, οι σκιές, υγρές και απόκοσμες, έπαιζαν ένα θέατρο μπροστά μου… Το νήμα του τερματισμού, το “κρακ” που άκουσα στο πόδι μου. Ο γιατρός να λέει… “Παναγιώτη λυπάμαι. Πρέπει να είσαι δυνατός”. Τα δάκρυά μου. Τα δάκρυα των γύρω μου. Το γηπεδάκι του Περάματος, όπου έπαιξα σε ηλικία 30 ετών!

“Χαίρε ω χαίρε η Λευτεριά!”. Το φιλμ της ταλαιπώριας μου είχε τελειώσει. Τα μάτια μου μετά βίας κρατούσα στεγνά.

Είχα νικήσει! Ημουν “ελεύθερος”. Να καταδιώξω εγώ πια τη μοίρα μου, κι όχι εκείνη εμένα, όπως συνέβαινε από το 2011.

Ημουν και πάλι εκεί. Πες την αλήθεια ρε φίλος. Δεν το περίμενες ε? Δεν περίμενες να ξαναδεις ντυμένο στα γαλανόλευκα.

Να σου πω την αλήθεια? Ούτε εγώ το περίμενα! Αλλά, τι κόστος έχει να προσπαθήσεις? Να δοκιμάσεις? Το χρωστούσα σε πολλούς… Στον πατέρα μου, που έφυγε. Στο παιδί μου, που ήθελα να με δει να λέω το αντίο όρθιος με αθλητικά, κι όχι καθισμένος στα VIP ενός γηπέδου με πολιτικά ρούχα. Στη γυναίκα μου. Και κυρίως στον εαυτό μου.

Τώρα πια, ξέρω… Αυτή η φανέλα, η γαλανόλευκη, η πιο αγαπημένη μου απ’όλες, η πιο λατρευτή και η πιο σημαντική, με έκανε αυτός που είμαι. Παιδαρέλι την ονειρευόμουν. Χαμογέλασα όταν τη φόρεσα για πρώτη φορά, ένιωσα σαν ένας σύγχρονος Ατλαντας, που κουβαλούσε τα όνειρα όλης της χώρας. Εκλαψα όταν την έχασα. Εκλαψα πολύ. Χωρίς να με δει κανείς. Δεν ήθελα.

Ολα αυτά τα χρόνια, όμως, είχα καταλάβει, ότι δεν την παίρνει κανείς στο σπίτι του… Η φανέλα της Εθνικής δε νοικιάζεται, ούτε χαρίζεται. Σε κανέναν! Την φορά όποιος την αξίζει. Και για αυτό το λόγο, δεν αισθάνομαι καθόλου μειονεκτικά, που χρειάστηκε τον Νοέμβριo, τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο να τη φορέσω κάτω από ειδικές συνθήκες.

Διαπιστώνω τους τελευταίους μήνες, ότι όλοι θέλουν να να πουν ή να γράψουν κάτι για την Εθνική… Αλλοι θέλουν να σε κατακρίνουν, άλλοι να σου σφίξουν το χέρι και να σου πουν συγχαρητήρια, σίγουρα θα υπάρξουν και κάποιοι που θα ζηλέψουν με την επιτυχία της και θα χαρούν όταν αποτύχει. Εγω μόνο ένα πράγμα θα ήθελα να πω και σίγουρα δεν μου αρεσει, ούτε να δραματοποιώ καταστάσεις, ούτε φυσικά να βγάλω στην πασαρέλα το εθνικό φρόνημα μου για να το συγκρίνω με άλλους. Σίγουρα εχουν υπάρξει παιδιά που υπηρέτησαν τη φανέλα της Εθνικής πολύ καλύτερα από εμένα, συναντώντας μάλιστα πιο δύσκολες συνθήκες από εμάς. Δυο πράγματα έχει ανάγκη αυτή η ομάδα.

Την αγάπη όλων, παικτών και φιλάθλων, αλλά και το χειροκρότημα. Και φυσικά στρατιώτες! Στρατιώτες που θέλουν να πάνε στη μάχη χαρούμενοι και όχι ταλαιπωρημένοι ή καταπιεσμένοι. Για αυτό πετύχαμε ως χώρα. ‘Ο,τι κάναμε για την πατρίδα μας το κάναμε παλεύοντας για τα ιδανικά μας, με ελεύθερο πνεύμα που δεν λύγιζε ποτέ. Είμαι σίγουρος ότι είναι πολλοί εκεί έξω, που θέλουν ακριβώς το ίδιο, αλλά είναι ελεύθεροι-πολιορκημένοι!!! Μην κρίνουμε και κυρίως μην κατακρίνουμε με τόση ευκολία. Το μόνο που οφείλουμε να κάνουμε είναι να σεβαστούμε όλα όσα εχουν προσφέρει, όσοι, κατα καιρούς, εχουν φορέσει αυτη τη φανέλα.

Καθένας από αυτούς και κυρίως, όσοι προηγήθηκαν υμών, έκαναν “ΤΗ ΦΑΝΕΛΑ”».

πηγή: gazzetta.gr


Tags

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close