Απόψεις

Τα μαξούλια της ελαιοκαρπίας της παλιάς Τρίγλιας

To άρθρο του Αλέκου Κοκκαλά

Δεν είναι τυχαίο που οι νέοι Τριγλιανοί εδώ και χρόνια στην Νέα Τρίγλια έχουν μια από τις καλύτερες καλλιέργειες τις ελιάς στην ποικιλία (ΕΛΙΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ) έχουν την εμπειρία των παππούδων. Κοκκαλάς Αλέκος

Στην παλιά πατρίδα Τρίγλια τα μαξούλια ήσαν ελιές και σηροτροφεία (κουκούλια).

Ήταν όλη η περιοχή της δεντροφυτεμένη από ελαιοδενδροφυτεία και μερική περιοχή από μουριές για τροφή της σηροτροφίας. Ο τρύγος της ελιάς αρχινούσε από το Νοέμβριο  μέχρι και το Γενάρη και έβλεπες παρέες από 15-20 άτομα γυναίκες και άντρες να πηγαίνουνε όλοι μαζί, κάνανε τις λεγόμενες λινοβοθειές δηλαδή αλληλοβοήθειες, σήμερα στα δικά μου αύριο στα δικά σου, και έτσι κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν πελάγωνε ο κάθε νοικοκύρης, διότι ήτο κόπος μεγάλος αυτός.

Οι ελιές θα τρυγηθούν με την βέργα, δουλειά των ανδρών και μετά πάλι οι γυναίκες θα τις μαζέψουν από κάτω μία – μία. Έπειτα όταν θα κουβαληθούν στο σπίτι, θα γίνει άλλη διαλογή. Θα βγει η χοντρή ελιά, η οποία θα μπει στην άρμη (σαλαμούρα), θα μπουν σε μεγάλα κάπια (βαρέλια) 3.000-4.000 χιλιάδες οκάδες σε κάθε βαρέλι. Αυτά τα βαρέλια τα λέγανε και «Μπόμπες».

Έπειτα το δεύτερο χέρι πάει στο λαδαριό (ελαιοτριβείο). Τις χοντρές ελιές ερχόντουσαν έμποροι και τις παίρνανε για την Κωνσταντινούπολη και άκουγες τους πωλητές στην Πόλη να φωνάζουν στα μαγαζιά «ωραίες Τριγλιανές χοντρές ελιές». Η παραγωγή της Τρίγλιας στην Πόλη είχε μεγάλη αξία. Τις δε υπόλοιπες όπως γράφω πιο πάνω πήγαιναν στο λαδαριό για λάδι. Τέτοια λαδαριά, η Τρίγλια είχε πολλά διότι κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μέσα όπως είναι σήμερα, τότε ήταν χειροποίητα όλα, γινόντουσαν με τα χέρια και έβλεπες τον χαμουρκιάρη να κρατάει στον αριστερό του ώμο το χαλινάρι του αλόγου και με τα δυο του χέρια να κρατά το ξύλινο φτυάρι και έφερνε ένα γύρω την πέτρα που πατούσε τις ελιές.

Μετά όταν τελείωνε το πάτημα και γινότανε το χαμούρι, το μετέφερε άλλος με το κουβαδάκι κοντά στον μάστορα και άλλος με τη σειρά του το έμπαζε μες τα τσόλια (σάκους) τα αράδιαζε ένα επάνω στο άλλο και γινότανε μια στοίβα (θημωνιά). Κατεβάζανε μετά τον μάγκανο και περνούσαν ένα χονδρό ξύλο έως 4 μέτρα το όποιο το λέγανε μανέλα και σπρώχνανε τη μανέλα 7-8 άνθρωποι και ο μάστορας από το έξω μέρος πήγαινε πίσω- πίσω και κάπου- κάπου, έχυνε με τον κουβά ζεστό νερό πάνω στην στοίβα. Τα πατούσαν μια -δυό φορές  και το λάδι πήγαινε κάτω στην δεξαμενή, μετά άνοιγε το καπάκι της δεξαμενής ο μάστορας και με μια γρατζούνα (μπούλκο) όπως το έλεγαν μάζευε το λάδι και από κάτω έμεναν τα νερά.

Μετά ερχότανε αυτός που κουβαλούσε το λάδι στα σπίτια  του καθενός, αυτόν τον λέγανε λαδά. Είχε ένα στενόμακρο βαρέλι το οποίο το λέγανε Βούτη, στο επάνω μέρος ήτο στενό και στο κάτω φαρδύ όπου έβαζε μέσα ως 50 (πενήντα) οκάδες λάδι

Αυτή τη βούτη θα την πάρει ο λαδάς στον ώμο του όρθια στο επάνω μέρος ανοιχτεί δίχως καπάκι και θα πάει στο σπίτι αυτουνού που έβγαλε το λάδι και το πήγαινε λόγου χάριν από κάτω μαχαλά στον επάνω μαχαλά. Βάδιζε μάλιστα και ξυπόλητος δίχως να φοράει κουντούρες, γιατί αν θα γλιστρούσε μια σε κείνα τα καλντιρίμια  (λιθόστρωτα )θα πήγαιναν άλλού  εκείνος, αλλού η βούτη και αλλού το λάδι. Όταν θα πήγαινε στο σπίτι που ήτο για να πάει να φωνάξει από κάτω «κοκόνα (κυρία) κατέβα κάτου εφέραμε το μαξούλι». Κατέβαινε μετά η κοκόνα και άνοιγε το λεγόμενο κελάρι και μέσα στο κελάρι είχε μεγάλα πήλινα πιθάρια που τα λέγανε καβανούς. Εκεί μέσα γύριζε με το συσούλι ο φέρων τη βούτη και έτρεχε το ευλογημένο λάδι μες το πιθάρι και μετά η κοκόνα τον κερνούσε ρακί, τσίπουρο αγνό και μετά φεύγοντας ο λαδάς  φώναζε «άντε να το φάτε με υγεία».

Εκεί τα λαδάρια αυτά δουλεύανε μέρα – νύχτα, μέχρι το πρωί και έτσι όποιος δεν είχε ύπνο και δεν μπορούσε να κοιμηθεί πήγαινε στο λαδαριό και καθότανε κοντά στο καζάνι και ζεσταινότανε και αν πάλι πεινούσε, άνοιγε το κελάρι μέσα είχε ψωμιά χάσικα από τον φούρνο του Προύσαλη και έκοβε ένα δυό φελιά (φέτες) και τις έκανε στην φωτιά καροτές (φρυγανιές) και μετά τις βουτούσε στο λάδι και έτρωγε, χόρταινε. Εκεί το τραπέζι ήταν κοινό για όλους, όποιος πήγαινε στο λαδαριό να κάτσει να φάει και «αν δεν καθότανε να φάει φαγητό, έτρωγε ξύλο».

Κείμενα Μαργαρίτη Σταύρου

 

Tags

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close