ΑπόψειςΧαλκιδική

Οι Καλλικάντζαροι

Το άρθρο του Αλέκου Κοκκαλά

Επιμέλεια: Κοκκαλάς  Αλέκος

“Οι γιορτές του δωδεκαημέρου (από Χριστούγεννα έως Θεοφάνεια) ήταν το μεγαλύτερο γεγονός για τους Τριγλιανούς, που τους έκανε να ξεχάσουν ότι ζούσαν μέσα σε ένα αλλόθρησκο κράτος. Ήταν το γεγονός που τους θύμιζε τη Βυζαντινή τους καταγωγή, την Ελληνική τους Πατρίδα, τη Χριστιανική τους Πίστη”.

Οι αείμνηστοι,  Κατίνα Σαρρή και  Θανάσης Πιστικίδης ήταν δύο πολυγραφότατοι Τριγλιανοί. Ήταν από τη γενιά των Τριγλιανών που με τα γραπτά τους διατήρησαν ζωντανές της μνήμες από την αλησμόνητη πατρίδα. Μεταφέρω  κείμενα αυτούσια που έχουν σχέση με τις παραδόσεις  των γιορτών του Δωδεκαημέρου.

Στάθης  Δημητρακός

Θανάση Πιστικίδη, «Τρίγλια Βιθυνίας»,σελ. 229-230, Ραφήνα Οκτώβρης 1983.

Δεν ξέρω, ούτε θυμάμαι από την Τρίγλια, αν οι Τριγλιανοί είχαν σχέση ή πίστευαν στην κωμική δεισιδαιμονία των καλικατζάρων. Θυμάμαι όμως χρόνια στην Ραφήνα, ύστερα από τον αγιασμό των υδάτων τα Θεοφάνεια, ή μάλλον την παραμονή των Θεοφανείων το βράδυ αρκετές παλιές Τριγλιανές νοικοκυρές (όχι όμως η μητέρα μου), σκορπούσαν γύρω στο σπίτι και σ΄όλα τα κτίσματα του σπιτιού, στάχτη και το πρωί των Θεοφανείων έβγαιναν και κοίταζαν τη στάχτη.

Τη νύχτα ασφαλώς κάποια γάτα ή κάποιος σκύλος θα πατούσαν τη στάχτη ίσως και καμιά αδέσποτη κατσίκα, και τότε επιβεβαιωνόταν η φευγάλα του τρισκατάρατου καλικάτζαρου, γιατί αν δεν είχε φύγει μόνος του θα τον σκότωνε την άλλη μέρα ο παπάς με την αγιαστούρα του που γύριζε ν’ αγιάσει τα σπίτια.

Θυμάμαι που ρώτησα μια γειτόνισσα, από τις τελευταίε ς της γενιάς της, που δεν άφησε το έθιμο  μέχρι που άφησε το έθιμο και πέθανε.

–   Γιατί κυρά Πολυξένη, τη ρώτησα βάζεις  τη στάχτη γύρω- γύρω στο σπίτι σου; Ήταν μέρα Θεοφανείων θυμάμαι και η κυρά Πολυξένη μου απαντάει:

–   Έλα δω βρε αχρόνιαστε, εσείς η νεολαία (τότε ήμουν και εγώ νεολαία) που δεν πιστεύετε τίποτα, έλα εδώ να δεις  και  μου δείχνει  πάνω στην στάχτη μερικά πατήματα από γάτες και σκύλους… Το βλέπεις βρε  γιομάτο ήταν το σπίτι, φύγανε τώρα και πάνε στον αγύριστο.

–   Κυρά Πολυξένη, της λέω, αυτά είναι πατήματα από γάτες και μην ξεχνάς ότι είναι Γενάρης, και  για τις γάτες είναι καιρός ξέρεις γιατί….

–   Άντε βρε άπιστε Θωμά , αυτά τα ξέρουμε και τα κάνουμε από την Τρίγλια και παντού οι γάτες το Γενάρη το ίδιο πανηγύρι έχουνε.

–   Άντε, άντε εσείς οι νεολαίοι θα μας χαλάσετε τον κόσμο. Αυτοί βρε οι καλικάτζαροι  δεν όλοι σόι, αυτοί είναι γατοπόδαροι και σκυλοπόδαροι και κατσικοπόδαροι. Οι καλικάτζαροι είναι λογιών ντο λογιών και δεν είναι όλοι κακοί, έχει και καλούς καλικάτζαρους.

 

ΟΙ ΛΑΝΑΡΑΔΕΣ

Επιμέλεια: Κοκκαλάς Αλέκος

Οι Λαναράδες,  Κατ. Σαρρή από τα « Τριγλιανά  Νέα», αρ. φύλλου 14, 1/3/1978

Τα παιδικά μας χρόνια που λέγαμε τα Κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Τη βασιλόπιτα , που η δραχμούλα της είχε τόσο μεγάλη αξία στην παιδική μας συνείδηση σαν να κερδίζαμε βασίλειο. Τα Φώτα με της νουνάς τη λαμπάδα περασμένη σε πορτοκάλι με σύκα της ρομαθιάς και ζαχαρένιους χαλκάδες, σε χρώμα πεμπελίδικο (ροζ).

Τα Φώτα με τον Σταυρό στη θάλασσα, τα παλικάρια βουτούσαν στα παγωμένο νερό ποιος θα πάρει το σταυρό να τον παραδώσει στον παπά να έχει όλο το χρόνο την χάρη του. Μα ήταν ένα άλλο έθιμο που σήμερα εξέλιπε εντελώς . Τα Φώτα πρωί- πρωί οι μητέρες μας πριν φύγουν για την εκκλησία έριχναν στάχτη γύρω- γύρω στο σπίτι να φύγουν οι Λαναράδες , οι Καλικάντζαροι.

Το έλεγαν και το πίστευαν. Όλα τα δωδεκάμερα έπρεπε να μαζεύονται νωρίς στο σπίτι πριν τα μεσάνυχτα . Μετά τα μεσάνυχτα ώσπου να  λαλήσουν οι πετεινοί γυρνούσαν οι Λαναράδες και αλλοίμονο σε όποιον  τους συναντούσε.  Έπαιρναν τη μορφή συγγενικού προσώπου και μπορούσαν να σε παρασύρουν σε κακοτοπιές ή να σου πάρουν τη φωνή. Οι παλιές Τριγλιανές είχαν πάντα κάτι να διηγηθούν και εμείς τις ακούγαμε με ανοιχτό το στόμα: «Ένα βράδυ ο κουμπάρος μου άκουσε να ντο φωνάζου. Ξέβηγκε όξω και ντονέ πήρανε οι Λαναράδες και ντονε πήανε στην Καροκοφωλιά να ντονέ γκρεμίσου . Λαλήσασι οι πετεινοί, εφύασι οι Λαναράδες και γλύτωσε ο κουμπάρος».

Επίσης πίστευαν στα ενύπνια .Έλεγαν «ντον αξαδεφό μου ντο Γρηγόρη ντονέ νύπνιανε». Τάχα είδε στον ύπνο του κάποιον να του λέει να πάη νύχτα στο Λάμαρη  στο χτήμα τους και κάτω απ΄το μεγαλύτερο ελιόδεντρο να σκέψη και να βρει βυτίνα με φλουριά- μόνος του όμως.

Το όνειρο  αυτό το είδε πολλές φορές και αποφάσισε να πάει με κάποιον συγγενή του, γιατί φοβόταν μόνος του.

Όμως τα φλουριά έγιναν κάρβουνα, γιατί το φανέρωσε  και σε άλλο πρόσωπο (6). Τώρα πως γινόταν να πιστεύουν σε τέτοια πράγματα; ….

Ίσως όχι όλοι, μα αρκετοί. Όλα τα κακά όμως φεύγαν με τον αγιασμό των νερών.

 

(1)Οι καλικάντζαροι ήταν περιεργότατα πλάσματα της φαντασίας του ελληνικού λαού, ήταν «δαιμόνια», που ανέβαιναν στη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους, κατά τις νύχτες του Δωδεκαημέρου, από την παραμονή των Χριστουγέννων ως την παραμονή των Θεοφανείων. Εμφανίζονταν σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες στα σπίτια, στις στέγες , στους καπνοδόχους των τζακιών κ.α.  Το γνωστότερο και ευρύτερα διαδεδομένο όνομα στο πανελλήνιο ήταν το καλικάντζαρος, με διάφορες παραλλαγές του.  Στην Τρίγλια, όπως αναφέρει η αείμνηστη Τριγλιανή Κατίνα Σαρρή τους καλικάντζαρους τους έλεγαν και λαναράδες .

Σχετικά άρθρα

Back to top button