Θέμα

Οι παραμυθάδες της παλιάς Τρίγλιας

Κείμενα: Μαργαρίτης Σταύρος

Επιμέλεια: Κοκκαλάς  Αλέκος

Η Παλιά Τρίγλια ήταν τόπος παραγωγικός και όχι εμπορικός. Στα γράμματα ήταν η μόνη κωμόπολη που έβγαζε μορφωμένους και διανοούμενους   (δασκάλους, γιατρούς, φαρμακοποιούς και ιεράρχες).

Η βασική της παραγωγή ήταν η έλαιοκαρπία και σε μικρότερη έκταση η σηροτροφία  (κουκούλια). Οι μεγαλοκτηματίες διατηρούσαν στα κτήματα τους ντάμια (μικρά αγροτόσπιτα) και έκαναν νταϊφάδες   (παρέες) από 25— 30 άτομα εργάτες για τον τρύγο της ελιάς και τις καλλιέργειες των κτημάτων.

Εκείνη την εποχή όλα γινόντουσαν δια της χειρός, λισγάρισμα, τσαπίσματα κλπ. και επειδή στη Μικρασία έκανε βαρυχειμωνιές αναγκαστικά υ-υπήρχαν αυτά τα ντάμια για να προφυλάγεται ο κόσμος από  τις κακοκαιρίες, βροχές, χιόνια, παγωνιές. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα οκτάωρα  εργασίας, όπως είναι εδώ σήμερα, εκεί τότε οι άνθρωποι δούλευαν από νύχτα σε νύχτα. Όταν λάχαινε να χαλάσει ο καιρός συγκεντρωνόντουσαν όλοι μέσα στα ντάμια.

Στον ταϊφά ήσαν μερικοί παραμυθάδες,  αγράμματοι που όμως είχαν τέτοιο λέειν και τέτοιο ταλέντο όπου δεν τους έφθαναν ούτε οι σημερινοί μορφωμένοι μυθιστοριογράφοι.  Ένα παραμύθι διαρκούσε πολλές εβδομάδες και τελειωμό δεν είχε.

Και σαν τέτοιος  παραμυθάς, από τους κορυφαίους, ήταν ο Λεωνίδας Τοπάλης, γι’ αυτό και οι εργάτες ρωτούσαν από βραδύς να μάθουν ο  Μπαρμπαλεωνίδης με ποιο ταϊφά και σε ποιανού λιοτόπι θα πάει.

Τ’ αφεντικά όμως δεν τον ήθελαν, όχι που δεν ήταν εργατικός, αλλά επειδή γινόντουσαν χασομέρια από τους  εργάτες. Οι εργάτες έλεγαν στ’  αφεντικά «άμα δεν έρτει ο Μπαρμπαλωνίδης και εμείς δεν έρχούμαστε στη δουλειά» και έτσι αναγκαστικά υπέκυπταν τ’ αφεντικά.

Εκείνη την εποχή  δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα ψυχαγωγίας κινηματογράφοι, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, έπαιζαν ένα θέατρο από ηθοποιούς Τραγανούς  υπήρχαν και αυτοί οι παραμυθάδες που περνούσε ο κόσμος τον καιρό του.

 

Παιδικές αναμνήσεις της παλαιάς Τρίγλιας

Σήμερα όπως παρουσιάζονται τα πράγματα με τα καύσιμα μου φαίνεται ότι ξαναγυρίζουμε πάλι πίσω στα παλιά, στις ξυλόσομπες  και στα τζάκια, αυτό μου έδωσε αφορμή να ξαναθυμηθώ της παλιάς μας πατρίδας τις γωνιές και τα μουλπάκια που ήταν κάπου στο κατόχι.

Στην παλιά μας πατρίδα έκανε βαρυχειμωνιές με χοντρό και τσουχτερό κρύο γι’ αυτό και οι Τριγλιανοί προμήθευαν τα ξύλα του χειμώνα από το καλοκαίρι ακόμα, έφερναν θυμάμαι οι Τούρκοι από τα γύρω χωριά με τα χτηνά τουνα φορτία ξύλα από τους μεσέδες στο παζάρι κάτου από τον πλάτανο και πήγαινε ο κάθε νοικοκύρης και γόραζε όσα ήθελε. Αλλά οι Τριγλιανοί, μ’ αυτά τα ξύλα δεν μένανε ευχαριστημένοι, τους άρεζε πιο πολύ τα δεντρίσια ξύλα δηλαδή από ελαιόδεντρα, προπάντων οι γυναίκες άναβαν φωτιά κάτου στο κατόχι στο μουλπάκι κι έπαιρναν  ωραία κάρβουνα και μας  σιδέρωναν τα ρούχα, διότι δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα σιδερώματος με ηλεκτρικό ρεύμα. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν σόμπες. Η κάθε κάμαρη θα έχει και τη γωνιά της (τζάκι) και τον χειμώνα το άναβαν, προπαντός με ξύλα από λιόδεντρα.

Καθόμασταν ένα γύρω στο τζάκι και βλέπαμε εκείνες τις κακάνες (φλόγες) και χαιρόμασταν. Στην συνέχεια περιμέναμε πότε θα έρθει το μεσημέρι για να φάμε το καλοβρασμένο φασούλι που έστησε η μάνα μας στη φωτιά μέσα στο χωματένιο κουβέτσι από το πρωί. Με χαρά μεγάλη βλέπαμε τον μπαμπά μας που γύριζε από τον κιοσέ του σοκακιού, με τα χάσικα ψωμιά στα χέρια που τα προμηθεύτηκε από το ψωμάδικο του Προύσαλη. Αυτά όλα ξανάρθαν στο νου μου.

 

 

Tags

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close