Γενικά

«Πώς γνώρισα το Μανώλη Γλέζο και τι έκανε για το Δημοτικό σχολείο της Απειράνθου το 1959»

Ο Μανώλης της Οικουμένης, ο Μανώλης Ευρωπαίος πολίτης, ο Μανώλης της Ελλάδας, του Αιγαίου, των Κυκλάδων, της Νάξου και τ’ Απεράθου…

Το χωριό που γεννήθηκε και αγάπησε, το χωριό που πρωτοείδε το φως του ήλιου, που έκανε τα πρώτα του βήματα.
Αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος, ο Δημοκράτης και ανθρωπιστής, ο σεμνός και απλός, αλλά συγχρόνως και υπερήφανος για τον τόπο που γεννήθηκε.

Υποστήριζε με πάθος τις ιδέες του αλλά χαιρότανε να τον αντικρούσεις με επιχειρήματα.
Σου έδινε χρόνο και δεν σε διέκοπτε ποτέ.
Ήθελε να σε μάθει να ψαρεύεις και όχι να σου δώσει ψάρια.

Τον γνώρισα το 1977 που ήρθα στην Αθήνα σε ηλικία 16 ετών.
Ένα χωριατόπαιδο που δεν ήξερα καλά καλά τη γλώσσα της “Αθήνας”.
Είχα ακούσει στο χωριό για το γκρέμισμα της χιτλερικής σημαίας από την Ακρόπολη, για τη βιβλιοθήκη, για ιδέες της Αριστεράς, διώξεις και φυλακίσεις και είχα την αγωνία να τον γνωρίσω το συντομότερο δυνατόν. Όλα αυτά με άγγιζαν σαν παιδί φτωχών γονιών του χωριού στην εφηβεία μου.

Να όμως που βρήκα την αφορμή από μια εργασία που μας είχε βάλει μια καθηγήτρια για το Ρήγα Φεραίο και το πώς επηρέασε τον ξεσηκωμό του έθνους μας το 1821.

Μας συμβούλεψε τότε να ψάξουμε σε σχετικά βιβλία και συγκράτησα ένα από αυτά. Αφού έμαθα που είχε το βιβλιοπωλείο “Βέγας” στην οδό Ιπποκράτους 4 (σχεδόν με Ακαδημίας), σε ένα μικρό μαγαζάκι γεμάτο από βιβλία και λίγους ανθρώπους, πήρα τα λεωφορεία και πήγα.
Σε ένα γραφειάκι καθόταν ο ίδιος και είχε υπάλληλο τη συγχωριανή μας Βασιλική Χατζηπέτρου κατά σύμπτωση συμμαθήτρια μου στο Δημοτικό σχολείο τ΄Απεράθου.

Από πάνω στο γραφείο του ήταν μια επιγραφή του Γάλλου φιλόσοφου και συγγραφέα Βολταίρου που έγραφε : «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες».

Τα τσιγάρα ASSOS EXPORT συνέχεια δίπλα του και ένας τσιγαρόβηχας να τον δυσκολεύει πότε πότε…
Τον πλησίασα με όσο δέος δεν μπορεί άνθρωπος να φανταστεί, αφού έκανα δήθεν ότι χαζεύω τα βιβλία της βιτρίνας μέσα ήδη στο μικρό κατάστημα, κοιτάζοντας με τεντωμένα μάτια και αφουγκράζοντας με τ’ αυτιά και όλες μου τις αισθήσεις σε εγρήγορση να ακούσω τη φωνή του αλλά και να αντιληφθώ που βρίσκομαι…

Περιοδικά, βιβλία διάφορα έντυπα στη σειρά και κόσμος να μπαινοβγαίνει και να συνομιλεί μαζί του τις περισσότερες φορές σιγά-σιγά…
Εκεί γνώρισα και τη σύζυγο και συναγωνίστρια του Τασία καθώς και τη συνεργάτιδα του τότε και δεύτερη γυναίκα του στη συνέχεια, Τζώρτζια.

Στη γωνία (Ακαδημίας και Ιπποκράτους) πάντα αστυνομικοί να “φρουρούν” και να παρακολουθούν διακριτικά ποιος μπαίνει και κυρίως αν βγει και που θα πάει ο ίδιος…

Εγώ βέβαια κάποια στιγμή έπρεπε να τον ρωτήσω και για το βιβλίο του Ρήγα (όχι ότι κατά βάθος με ενδιέφερε την ώρα εκείνη αν το έχει).

Αφού του συστήθηκα ποιος είμαι και ότι είμαι Απεραθίτης του είπα και τον άλλο το σκοπό της επίσκεψης μου για το βιβλίο το συγκεκριμένο.

Σηκώνεται όρθιος με πιάνει από το χέρι -σαν πατέρας- και πάμε στην πόρτα λίγα μέτρα στο πεζοδρόμιο και μου λέει:
-Βλέπεις ευθεία ένα φαρμακείο με την πράσινη επιγραφή;
-Ναι, του λέω.
-Μετά το φαρμακείο στο δεύτερο μαγαζί θα μπεις και θα βρεις αυτό που ακριβώς ζητάς.
Έμεινα έκπληκτος και σαστισμένος!
Έκπληκτος μεν γιατί αντί να κοιτάξει να μου “προωθήσει” σαν βιβλιοπώλης κάποιο παρόμοιο σχετικό βιβλίο με στέλνει αλλού για να το πάρω.

Σαν έμπορος θα μπορούσε να μου προτείνει κάποιο άλλο που πάλι θα έκανα τη δουλειά μου.

Αυτός ο άνθρωπος πράγματι είναι σπουδαίος σκέφτηκα και ξεχωριστός

Σαστισμένος δε διότι αφού μου έδειξε το δρόμο που θα πάω να το βρω, λογικά έπρεπε να φύγω.
Αμ δε!
Ξαναμπαίνω μέσα να χαζεύω και να ξεφυλλίζω βιβλία περιοδικά και ακόμη νομίζω ότι είμαι εκεί… ο χρόνος έφευγε και έπρεπε το μαγαζί να κλείσει και γω να πάω στον Κολωνό σπίτι μου.

Αυτό ήταν!

Από τότε 2-3 φορές την εβδομάδα πήγαινα και είτε αγόραζα κάτι είτε κυρίως τον καμάρωνα και άκουγα διαλόγους και συζητήσεις με φίλους και συναγωνιστές του.

Όταν αρχικά τον αποκαλούσα “κύριο” μου έλεγε: “Κύριος δεν είμαι κανενός”, εννοώντας ότι “κύριο” έχουν μόνο οι σκλάβοι…

Από τότε έγινε ο Μανώλης της καρδιάς μας όπως έλεγε.

Σε λίγες μέρες θα πήγαινα στο χωριό για λίγο διάστημα και τον ρώτησα αν θέλει κάτι, η αν έχει κάποια παραγγελιά.
Η απάντηση του όποτε πήγαινα ήταν η ίδια:
-Να πας στη βιβλιοθήκη και να βρεις την υπάλληλο. Θα τη ρωτήσεις και θα καταγράψετε πόσα βιβλία δανείστηκαν και πόσοι άνθρωποι κάθε μήνα.

Από πόσους δηλαδή διαβάστηκαν πόσα βιβλία. Κάθε που πήγαινα ήταν η πρώτη μου δουλειά και την έκανα με χαρά αισθανόμενος ότι κάνω κάτι σπουδαίο.

Μόλις ερχόμουν Αθήνα (αφορμή ήθελα…) πήγαινα να τον δω.
Αφοσιωνόταν στους αριθμούς και αν είχε αύξηση, χαιρόταν.
Στη συνέχεια και σε 2 μήνες περίπου μου λέει να πάω να βρω τη Δημήτρη Ζευγώλη να κάνουμε λέει… ανασυγκρότηση της Νεολαίας ΕΔΑ. Η εμπιστοσύνη που μου έδειξε και με αυτή του την ενέργεια και στη συνέχεια, ήταν σταθμός στη ζωή μου και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου ως προς την αυτοπεποίθηση που έπρεπε να αποκτήσω.

Από τότε δεν έλειψα από συνεδριάσεις της ΕΔΑ και Κυριακή να ήταν από ομιλίες σε εκδηλώσεις σε θέατρα, σε ανοιχτούς χώρους, σε πορείες και διαδηλώσεις που ήταν ομιλητής για τους εργαζόμενους, τους διωκόμενους, απελευθερωτικά κινήματα, τους Πολιτικούς πρόσφυγες το Γιάννη Σερίφη και δεκάδες άλλους “υπόπτους – επικίνδυνους” για το καθεστώς και την όποια εξουσία αγωνιστές με προκατασκευασμένες ασφαλώς κατηγορίες.

Το 1984 που αναζητούσα επαγγελματικό προσανατολισμό είχα μπολιαστεί ήδη από το επάγγελμα του και ήθελα να γίνω δημοσιογράφος.

Ζήτησα τη γνώμη του και αφού με ενθάρρυνε μου συνέστησε να πάω εκ μέρους του να βρω στην Ελευθεροτυπία τους δημοσιογράφους Λούη Δάνο και Γιώργο Βότση όπως και έπραξα, σπουδάζοντας στο εργαστήρι Δημοσιογραφίας στην οδό Σίνα, στο οποίο και φοίτησα δύο χρόνια ενώ παράλληλα εργαζόμουν αφού το 1985 είχα ήδη παντρευτεί.

Στην Επιτροπή ίδρυσης βιβλιοθηκών το 1985 βοήθησα σε συσκευασία βιβλίων αλλά και αποστολές στα μικρά νησιά του Αιγαίου που είχαν προτεραιότητα.

Ανάφη, Κίμωλο, Αρκοί, Αγαθονήσι, Σχοινούσα, Δονούσα, Λειψοί, Κουφονήσια και δεκάδες άλλα μικρά “στολίδια του Αιγαίου” απέκτησαν τη δυνατότητα της πρόσβασης σε πηγές γνώσης, μόρφωσης και ψυχαγωγίας από τα βιβλία.

Μάλιστα στα εγκαίνια της βιβλιοθήκης της Αντιπάρου πήγα να κάνω ρεπορτάζ για την εβδομαδιαία εφημερίδα της ΕΔΑ “Δημοκρατική Αριστερά” που στο μεταξύ αφιλοκερδώς είχα αρχίσει να γράφω όπως και στα Κυκλαδικά Νέα με εκδότη τον ίδιο καθώς και στην εφημερίδα Τ’ ΑΠΕΡΑΘΟΥ του φίλου και συχωριανού μας Μιχάλη Γρατσία.

Είμαστε μαζί και ήταν εμπειρία αξέχαστη στα εγκαίνια της βιβλιοθήκης της Αντιπάρου

Του πάω το ρεπορτάζ μου να το δει αλλά και να ακούσω τη γνώμη του. Ο Μανώλης το διάβασε με προσοχή όλο.
Σας μιλάω ειλικρινά δεν χρειάστηκε καμιά διόρθωση συντακτική να κάνει στο κείμενο μου!
Μου είπε, καλό είναι αλλά να το δώσεις στη Ελένη Γαρίδη, που είχε την επιμέλεια της ύλης και ήταν φιλόλογος, να δει ενδεχομένως για τυχόν ορθογραφικά λάθη. Μέχρι να έρθει η ώρα να δημοσιευθεί σχεδόν δεν μπορούσα να κλείσω μάτι από την αγωνία και ανυπομονησία μου, να δω, θα μπει πράγματι όπως το έδωσα;

ΝΑΙ έτσι ακριβώς μπήκε και το έχω φυλάξει.

Από τότε θεωρώ ότι είμαι κοντά του και θα είμαι ως το τέλος της ζωής μου, με τις όποιες δυνάμεις και γνώσεις μου, βοηθός και ενεργός Πολίτης όπου χρειαστεί και σε κάθε καντούνι που θα φτερουγίζει η σκέψη του και η σκιά του.

Για το Μανώλη έχουν γραφτεί πολλά και ακόμη περισσότερα από δω και πέρα.

Εγώ θα επισυνάψω στη μνήμη του ένα κείμενο από το ένθετο της εφημερίδας των Συντακτών 4-4-2020 για την προσφορά του στο Δημοτικό σχολείο του χωριού μας.

Για να θυμηθούν οι μεγαλύτεροι και να μάθουν οι νεότεροι.

Το 1959 στα δύσκολα χρόνια -για τον ίδιο και την οικογένεια του- η Διεθνής Ένωση Δημοσιογράφων του απένειμε το Διεθνές βραβείο Δημοσιογραφίας το οποίο συνοδευόταν με το χρηματικό ποσό των 500 δολαρίων.

Το ποσό αυτό ο Μανώλης Γλέζος το διέθεσε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού μας για να αγοραστούν εποπτικά μέσα διδασκαλίας.

Διαβάστε τη συνέχεια και πως το αντιμετώπισε το κράτος της δεξιάς για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους. Είναι για γέλια και για κλάματα…

Μανώλη ζεις και θα ζεις και θα προσφέρεις ακόμη και μετά το βιολογικό σου θάνατο!
Σου υποσχόμαστε να μην αφήσουμε ποτέ να σβήσουν τα καντήλια τσι μνήμης…
Σε ευχαριστούμε για τα μονοπάτια που μας άνοιξες και μας φώτισες…
Σε ευχαριστούμε για όσα πρόσφερες στ’ Απεράθου, στην πατρίδα, στην κοινωνία και “στους κολασμένους” όπου γης…

ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close