Δήμος Νέας ΠροποντίδαςΠολιτισμόςΧαλκιδική

Νέα Τρίγλια, μια νέα κωμόπολις γεννιέται

Πηγή: Τριγλιανά Νέα αριθ. φύλλου 2/ 20-12-1975 - Επεξεργασία: Κοκκαλάς Αλέκος

Με την Μικρασιατική καταστροφή όλοι οι “Έλληνες της Μικρές Ασίας, Πόντου και Θράκης, διωγμένοι και κυνηγημένοι από τους βαρβάρους, Τούρκους, ήρθαν στην μητέρα Ελλάδα και  άρχισαν να δημιουργούν νέας πόλεις και χωριά.

“Έτσι και  εμείς  αφήσαμε την αγαπημένη μας πατρίδα Τρίγλια, μια κωμόπολη πολλών αιώνων και  καμάρι της Βιθυνίας και  ξεκινήσαμε για μια νέα κωμόπολη. Κυνηγημένοι από την τρελή μανία των Τούρκων φθάσαμε άλλοι στην Ραιδεστό και  άλλοι στην Τένεδο και όσοι είχαν χρήματα προχώρησαν μακρύτερα μέχρι την  Πειραιά. Και έτσι το δράμα μας άρχισε από το 1922. Ένα πρωί ξεκινήσαμε από την Ραιδεστό όλοι μαζί προς άγνωστες κατευθύνσεις, άλλοι φθάσαμε στο Σουφλί, άλλοι στην Άνθη, Κομοτηνή, Καβάλα κλπ.

Άρχισε έτσι το δράμα της ταλαιπωρίας και άκουγες από ορισμένους να λένε: «θα  γυρίσουμε στα μέρη μας, άλλοι πάλι έλεγαν: Κοιτάξτε να βρείτε νέους τόπους και μην περιμένετε να γυρίσουμε πίσω. Και ο Γολγοθάς συνεχίζεται με νέες κακουχίες, φτωχές. Και ο καθένας, ανάλογα με το επάγγελμά του προσπαθεί να ψάξει να βρει τόπο, για να κάνει την καινούργια του κατοικία.  Άρχισαν να χωρίζονται σε ομάδες από αυτές άλλες έφυγαν για την Αθήνα και άλλες για την Θεσσαλονίκη. Όταν ή ήρθαμε στην Θεσσαλονίκη άλλοι πήγαμε στην Τούμπα, άλλοι στο  Καραμπουρνάκι και εκεί μας έβαλαν να καθίσουμε στα συμμαχικά τόλ καί στις παράγκες. Το τι υποφέραμε δεν μπορεί να το φαντασθεί ένας σύγχρονος άνθρωπος. Άρχισε να μάς χτυπά ή μανία του χειμώνας, της πείνας, της αρρώστιας. Τι μπορούσε να κάμει ένας πατέρας  με 3, 4, παιδιά;

Ύστερα από λίγο διάστημα άρχισαν διάφορες επιτροπές να γυρίζουν στις διάφορες περιοχές να βρούν το κατάλληλο μέρος να φτιάξουμε την καινούργια μας κωμόπολη.

Μια από τις επιτροπές με επικεφαλής τον Δεσπότη Καμπακίας  Κάρατσι, επεσκέφθη την περιοχή των σημερινών Μουδανιών, πού λεγόταν Καργυλιμάνι, του ‘ Αγίου Μάμαντος και το Σουφλάρι. Είχαν γίνει και άλλες προτάσεις από τον  πατριώτη Αναστάσιο Παπάζη, γεωπόνο του υπουργείου Γεωργίας, εις την τοποθεσία της σημερινής ‘Αγίας Τριάδος,Περαίας και Μπαξέ, άλλα οι παράγοντες τότε δεν το ενέκριναν. Διότι δεν υπάρχουν  ελαιόδεντρα και αυτό, διότι οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν ελαιοπαραγωγοί, γεωργοί και ψαράδες. Έτσι προτιμήθηκε το Σουφλάρι, όπου είχε ελιές πολλές μέσα στά  ρουμάνια, άγριες, πού θα τις μπόλιαζαν και θα έκαμναν λιοτόπια. Στα Μουδανιά δεν πήγαν, διότι ήταν ελώδες  το μέρος και γεμάτο κουνούπια. προς  το Σουφλάρι δεν έκτισαν τον συνοικισμό εις την θάλασσαν, διότι είχε ποτάμια (Τερέδες) και έλη και αποφάσισαν εις την θέση πού είναι σήμερα. Έτσι, αρχίσαμε να συγκεντρωνόμαστε εκεί. Ένα πρωί αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για το Σουφλάρι.  Όταν φθάσαμε άρχισε ο καθένας να ταχτοποιείται  όπως μπορούσε σε διάφορα μέρη και οι περισσότεροι να κάμουν τα αντίσκηνα τους μ’ αυτά πού τούς έδωσε ή αποκατάστασης προσφύγων. Και άπο εκείνη την στιγμήν άρχισε ένας νέος Γολγοθάς για την νέα πατρίδα Νέα Τρίγλια, πού άρχισε με πολύ μεγάλες θυσίες. Αφού ο κάθε γονιός έστησε το αντίσκηνο του για να εξασφάλιση τα παιδιά του από  τον χειμώνα και την βροχή, άρχισε να βρίσκει τρόπο πώς να τα θρέψη. Δεν ήταν μόνον ο Γολγοθάς της στέγης, αλλά και ή διατροφή των παιδιών και των γερόντων.Σε λίγες μέρες είχαν στηθεί όλα σχεδόν τα αντίσκηνα στην σημερινή πλατεία. Εκεί πού άλλοτε έβλεπε κανείς Απέραντα ρουμάνια τώρα αντίκριζε μια θάλασσα από αντίσκηνα πού θαλασσοδέρνονταν στον χειμώνα με τούς Ανέμους και τις θύελλες.

Αυτό το έβλεπε κανείς καλύτερα από την ξινή. Ή νέα κωμόπολης και  τα πολλά αντίσκηνα φαινόταν τότε σαν μανιτάρια πού ξεφύτρωναν μέσα από τα πουρνάρια, τις φωτιές και τούς καπνούς. Βλέποντας το θέαμα αυτό αναπολούσες την γλυκεία Μικρά Ασία και έλεγες πού είσαι να δεις τούς καλούς ανθρώπους πού, έκρυβες στα σπλάχνα σου τώρα τούς φιλοξενούν τα ρουμάνια.

Και για γιατρούς είχαμε τους πρακτικούς, τούς λεγόμενους νοσοκόμους, τούς μακαρίτες Αναστάσιο Μπόλκαν, τον Μαστραλέξη και την “Όλγα Καλπάκενα (Μπόλκενα). Ό μεν Μπόλκας με την τανάλια του ήταν οδοντογιατρός, για τί τούς έβγαζε τα δόντια, ο Μαστραλέξης με την σύριγγα έβαζε ενέσεις και ή Καλπάκενα με το τσάρκη της καί τις βεντούζες της και με τα διάφορα πρακτικά της  γιατροσόφια.

Αυτή ήταν ή πρώτη στοιχειώδης περίθαλψης και λίγα κινίνα για την ελονοσία. Για φως μια λάμπα ή ένα σπαρματσέτο η κρεμασμένη μια γρατζούνα φτιαγμένη για φανάρι με ένα κερί μέσα που τρεμόσβηνε από τον αέρα.

Μάζευαν τα πουρνάρια και τις άγριες νύχτες του χειμώνα, άναβαν φωτιές για να μην πλησιάζουν τα πεινασμένα τσακάλια και οι λύκοι πού ούρλιαζαν και οι κουκουβάγιες πού έσκουζαν τρομακτικά από τα τουρκικά μνήματα πού βρισκόταν στην Ξινή, λες και μοιρολογουσαν μαζί για το κακό πού πάθαμε. λίγο καιρό άρχισε ή περίθαλψης εποικισμού. Γύριζαν Επιτροπές και κόντρα Επιτροπές να γράφουν πόσα άτομα είχε ο κάθε Οικογενειάρχης, για να του δώσουν ανάλογα ζώα, Εργαλεία, χωράφια, σπίτι κ.λπ.

Τα πρώτα Χριστούγεννα έφθασαν. Οι άγιες ημέρες μάς βρήκαν μέσα στα αντίσκηνα. Αγαπητοί μου πατριώτες. Για κλείστε τα μάτια σας, όσοι έχετε ζήσει τα πρώτα εκείνα Χριστούγεννα στο Σφουλάρι και πάτε μερικές δεκάδες χρόνια πίσω, θα διαπιστώσετε τότε την  σημερινή ευτυχία σας και να δοξάσετε τον Πανάγαθο θεό πού ζήσαμε και  απολαμβάνουμε τούς καρπού  της θυσίας αυτών πού έφυγαν. Αυτό αγαπητοί μου αναγνώστες ισχύει και  για όσους δεν έζησαν την ταλαιπωρία εις το Σουφλάρι.

Χάρις αυτών που θυσιάστηκαν σήμερα υπάρχει η Νέα Τρίγλια.

Τα πρώτα μας Χριστούγεννα.

Ήταν μια άγρια νύχτα και το  κρύο τσουχτερό. Το χιόνι και ο αέρας μάστιζε τα πρόσωπά μας και το κρύο πιρούνιαζε τα κόκαλα μας. Παρ’ όλο το κρύο και το χιόνι και την λάσπη και τον φόβο των αγριμιών, οι γονείς μας, μας πήραν μέσα σ’ αυτή την θεομηνία και μάς πήγαν στην εκκλησία στον Άγιο Αθανάσιο, στο Μετόχι. Κουκουλωμένοι με κουβέρτες και με τρύπια παπούτσια, το ένα μαύρο και το άλλο κόκκινο πού μάς τα πρόσφεραν από την Πρόνοια πού τις περισσότερες φορές θα ήταν και τα δύο δεξιά ή και τα δύο αριστερά, άσχετα με το χρώμα. Καταλαβαίνετε αγαπητοί μου. Ξεκινούσαμε δυο  τρεις μαζί από φόβο. Και αν κανείς γύριζε να δη ‘ πίσω του, δεν θα έβλεπε τίποτε άλλα παρά φαναράκια πού από μακριά φαινόταν σαν πυγολαμπίδες μέσα στα ρουμάνια. ματσέτο ή κρεμασμένη μια γρατζούνα φτιαγμένη για φανάρι μ’ ένα κερί που τρεμόσβηνε από τον αέρα.

Την Βρήκαμε γεμάτη κόσμο να προσεύχεται με πίστη και ευλάβεια προς τον θεών, χωρίς να ακούγεται ψίθυρος παρά μόνον οι ιερεύς και οι ψάλτες. Μια γαλήνη γέμισε τις ψυχές μας και νιώθαμε σαν να ήμασταν αγγελούδια πού κατέβηκαν από τον ουρανό για να δώσουν την χαρά ατούς πληγωμένους.

“Όταν γυρίσαμε στα αντίσκηνα τι να  φάμε  για φαγητό. Αφού δεν είχαμε ούτε τέντζερη. Και δεν είχε κανείς δεν είχε να μαγειρέψει τίποτε έκτος από αυτούς πού είχαν καμιά πάπια ή κανένα κυνήγι. “Αν ήταν γείτονας θα τρώγαμε και εμείς καμιά φτερούγα.

Το  φαγητό ήταν το βάσανο των γονιών μας και άκουγες να λένε. “Ας ήμασταν στην πατρίδα με τα τόσα καλά, το κρέας, τα φρούτα, τα γλυκά, τα ρετσέλια, τις σούφρες, τις ελιές και τα χίλια καλά.

θυμάμαι τα φώτα πού ήμουνα μικρός. Ο νουνός ή νουνά έστελνε ένα κερί με ένα πορτοκάλι, στην μέση και χαλκάδες από ζαχαρωτά και  πάλιν δόξα τον Πανάγαθο έλεγες.

Αυτά τα λίγα για τα πρώτα Χριστούγεννα. Ήλθε το καλοκαίρι, άρχισε το δράμα της ελονοσίας. Κάθε μέρα κα να  δύο – τρεις πέθαιναν αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα.

Δραματική ή κατάστασης, χωρίς φάρμακα, χωρίς γιατρούς. Άρχισαν να μας δίνουν κινίνα. Δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την ασθένεια και κάθε μέρα άκουγες μοιρολόγια.

Δεν υπήρχε τσαντίρι να μην είχε χάσει τον πατέρα, την μητέρα, το παιδί. Γιατρός, ήταν μόνον ο  Απόστολος Τσίτερ.  Ότι και αν γίνονταν άπό τούς πρακτικούς γινόταν για παρηγοριά βέβαια.

Να σκεφτείτε πώς σε τρία μέρη τού χωριού υπήρχαν μνήματα.

Σε λίγο χρονικό διάστημα άρχισαν να κτίζονται πλίθινα σπίτια, καμωμένα με άχυρο και λάσπη. Έτσι άρχισε σιγά – σιγά να μοιάζει για χωριό πού φύτρωσε μέσα από τα ρουμάνια.

Χάρις αυτών πού θυσιάστηκαν σήμερα υπάρχει ή Νέα Τρίγλια

Τα πρώτα σπίτια, τα όποια τα είχαν κάνει μόνοι τους οι  πατριώτες ήταν από λάσπη και άχυρο και αυτοί ήσαν οι πρώτοι πού έκαμαν δικά τους σπίτια:

Κοκκαλάς Νικ.,Στραβοκέφαλος ‘Ηρ.,Μπαρμπής Βαλασ.,Καραθάνος Ίωάν.,Μαστραλέξης,Ίακωβάκης Ίορδ.,Κουρτσής θεοφ.,Ζγουρής Δημ.,Χικολαΐδης (Κιιώίης),Τσιρακμάνης Γβώργ.,Λιλής  Διογένης,Καπάνδριας  Φιλ.,φούντας Ήρακλ.,Βαλιάνος,Βουλγαράκης Νικ.,Γιαλιτσόγλου Ζαρ.,Μαστραντώνης (Κάλφας),Άραπλής Δημ.,Άργυριάδης θεοδ.,Κέντοος Χρησ.,Κουλούρης Φιλ.,Καραγιάννης Εύστρ.,Μακασίκης Δημ.,Χρυοαφίδης Απόστολος,Τσιρακμάνης Νικ.,Μορέλης,Κούρτογλου Νικ.ΙΙαπαλεςανδρής (δάσκαλος) Και  πολλοί άλλοι.

Όταν φυσούσε ο βαρδάρης έπερνε  τα κεραμίδια, παρόλο πού ήταν δεμένα από κάτω με σύρμα. Βέβαια θα Απορούν οι σημερινοί νέοι θα τούς φαίνονται σαν παραμύθια και όμως είναι πραγματικότητες. Μετά άρχισε να ανοίγει και κανένα καφενείο και παντοπωλείων.

Το πρώτο καφενείο ήταν τού Φούντα ήταν ένα τσαρδάκι και παντοπωλείο τού Τσιρακμάνη, Μαμελετζή. Το μόνο παντοπωλείο πού είχαμε εκεί ήτο τού Μπουλάκη, ζωή πραγματική χωριού.

Άρχισε και το πρώτο σχολείο, δίπλα στην εκκλησία, στον ¨Αγιο  Αθανάσιο, με δασκάλα την Μαρία Ζαμπογιάννη και δάσκαλο τον Καρά Βαβδινός.

Μετά άρχισε το δημοτικά σχολείο, μέ δάσκαλο τον αείμνηστο Μιλτιάδη Παπαλεξανδρή, από τον οποίον όλοι μας μάθαμε τα πρώτα γράμματα, τα οποία ήταν ή βάση για το ξεκίνημα για μια νέα ζωή. Αξέχαστος ο δάσκαλος Παπαλεξανδρής πού μάς έμεινε στην γενιά του νέου χωριού μας. “Άρχισαν  να μάς δίνουν δάνεια για ζώα, εργαλεία γεωργικά και  καθένας με το είδος πού είχε διαλέξει, άλλος αμπελουργός, άλλος γεωργός, άλλοι με φυτείες μπαξεβανικα. Ή πρώτη φυτεία ήταν τού Γιαλιτσδγλου και το πρώτο Μπαξεβάνικο των αδελφών Βαμβακά.

Το πρώτο Μπαξεβάνικο πού βρήκαμε εκεί ήταν τού Νέστορα, από τούς εντοπίους. Και έτσι άρχισε ή ζωή να κυλά κάπως καλά, χωρίς να μάς άφίνη  όμως ή ελονοσία. Το δράμα είναι μεγάλο. Οί ειδικοί της εποχής εκείνης δεν είχαν τα μέσα να εξοντώσουν την ελονοσία.

Τα μόνα μέσα ήταν το κινίνο. Στα έλη έριχναν πετρέλαιο για να διώχνουν τα κουνούπια. Άναβα με φωτιές από άχυρα και έβλεπες το χωριό να φωτίζεται από τις φωτιές και πάνω σχηματίζονταν μαύρα σύννεφα, πού μαύριζαν τα πρόσωπά μας.  Άρχισε να κυκλοφορεί και από καμιά κλώσα στις αυλές των σπιτιών. Επίσης να βελάζει και από καμιά κατσίκα και κανένα πρόβατο. Το ωραίο ήταν, όταν έβγαινε κανείς στον κάμπο και κοίταζε ζεμένο σε άροτρο ένα γαϊδούρι και μια αγελάδα και μπροστά ένα ξυπόλητο παιδί και από πίσω τον πατέρα να σπρώχνει το άροτρο. Τί πόνος, τι καρτερία των γονέων εκείνων, πού περίμεναν να έρθει ο καιρός της συγκομιδής να μαζέψει το σιτάρι, πού με τί μέσα πού διέθετε έβγαζε 50 έως 80 κάδες το στρέμμα και εκείνο, όταν το έκαμνε αλεύρι και το ζύμωνες ήταν μαύρη ζύμη δύο φορές. Σε λίγο άρχισε να ομορφαίνει το χωριό με τα καινούργια σπίτια, τα γερμανικά. Τα ζώα πού μάς έδιναν τα δέναμε κάτω από τα ελαιόδεντρα και το άλλο πρωί τα έκλεβαν και τα πετάλωναν ανάποδα. Το πρώτο υδραγωγείων στην πλατεία του χωριού, εκεί πού τώρα είναι το κοινοτικό κατάστημα με τρείς βρύσες. Το νερό είχε βδέλλες και πολλές φορές το νερό το φιλτράραμε με λεπτό πανί, για να μην καταπιούμε καμιά βδέλλα.

Άρχισαν τα πρώτα αμπέλια να δίνουν τον καρπό τους, να βγάζουν κρασί, ούζο, να κάμουν της πατρίδας τα έθιμα, ρετσέλια, μουσταλευριές κλπ.  Άρχισε ο κόσμος πια να ζει βαρετά και να γλεντά με την λατέρνα του Κιώτη και άλλων και να τραγουδά τραγούδια της παλαιάς πατρίδας μας και τα τραγούδια του εποικισμού. ΟΙ αμπελουργοί κάνουν βόλτα Στου εποικισμού την πόρτα Και ο επίσκοπος τούς λέει  Άλλο δάνειο δεν έχει. Και έτσι όλοι μαζί, Τριγλίιανοί Βελετεριώτες και Εντόπιοι, άρχισα να ζουν στην νέα κωμόπολη με ομόνοια και αγάπη για ένα καλύτερο μέλλον.

Άλλα, επάνω στο λαμπρό ξεκίνημα μας, ήρθε μια άλλη καταστροφή ή φωτιά της οργής της γερμανικής κατοχής και κατέστρεψε τα πάντα. Και πάλιν από την αρχήν, νέα δημιουργία, άλλα’ αύτη την φορά με πολύ καλύτερες συνθήκες και έτσι  δημιουργήθηκε το καμάρι της Νοτίου Χαλκιδικής. Με ωραία πλατεία με το κοινοτικό κατάστημα, την εκκλησία, το  σχολείο, το νηπιαγωγείων, το λεγόμενων Τσακώνει δωρεά της εκλεκτής ιατρού Αγγελικής  Τσάκωνα. Επίσης υπάρχουν στην πλατεία αι προτομαί των αγαλμάτων του Χρυσοστόμου Σμύρνης και τού Φ. Καβουνίδη, πού έγιναν με δαπάνες της οικογένειας Καβουνίδη.

Σήμερον ζει ό καθένας πολύ άνετα. Τώρα ακόμη και το ψωμί το πηγαίνουν στα πόδια. Δεν υπάρχει πια πινακωτή, καταχόπιττες και οι γραφικοί φούρνοι πού έκαιγαν πουρνάρια. Δεν υπάρχουν πια τα βοδόκαρρα, οι νταλίκες με τα στολισμένα άλογα. Τώρα κυκλοφορούν  τα  ταξί, τα Ι.Χ. των συμπατριωτών, τρακτέρ, κομπίνες κλπ. Ή συγκοινωνία είναι κάβε μισή

ώρα με πούλμαν και όχι με τα λεωφορεία του Σταματίκα, του Μπουτόλα, του Δαλκιράνη, του Παπαλεξανδρή, πού έκαμαν μισή μέρα από την Θεσσαλονίκη στην Τριγλιά.

Τώρα σε μια ώρα είσαι στο χωριό και απολαμβάνεις την φύση, τον καθαρό αέρα με μυρωδιές από νόστιμα σουβλάκια. ΟΙ δρόμοι καθαροί με την ωραία πλατεία, με τις βόλτες από κορίτσια και αγόρια. Αυτά απολαμβάνουν  τον κόπο και τον  μόχθο των πατεράδων τους και παππούδων τους, πού θυσίασαν την ζωήν τους, πού έφυγαν χωρίς   να δουν το δημιούργημά τους. Υπάρχουν και πολλοί επιστήμονες, καθηγητές, καθηγήτριες, δάσκαλοι, δασκάλες κλπ. Έχει επίσης άξιους αξιωματικούς του Στρατού και της  Αεροπορίας.

Τον Μάρτιο του 1976 συμπληρώνεται μισός αιώνας απ’ την στιγμή πού κυνηγημένοι από την πατρίδα μας δημιουργήσαμε την νέα μας πατρίδα, την ωραία Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής.

Συνεργάτης  Ν.Α.Μ.

Πηγή: Τριγλιανά Νέα αριθ. φύλλου 2/ 20-12-1975

Επεξεργασία: Κοκκαλάς Αλέκος

Tags

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close