«Πλωτή, σιωπηλή πολιτεία»

    Φτώχεια που τις καρδιές ματώνεις
     πόνους γεννάς για μία στιγμή
    μα έχεις και χάρες που σκλαβώνεις
     σαν είναι μαζί σου και η τιμή
    Φτωχά μέσα στην πλάση ετούτη
    έχεις τα πιο καλά παιδιά
    Φτώχεια περιφρονώ τα πλούτη
     γιατί έχω πλούτη την καλή καρδιά
     Φτώχεια αν τύχει και σ’ αφήσω
    φίλους πολλούς θα χωριστώ
     Και αν σε παλάτια μέσα ζήσω
     ποτέ μου φτώχεια δεν σε ξεχνώ
    Αυτό είναι ένα τραγούδι που τραγουδούσαμε με φίλους όταν ήμουν νέος, τις νύχτες ψαρεύοντας με γρι-γρι ή ανεμότρατα στα νερά της Θάσου και του Πόρτο Λάγος ύστερα απ’ το ξενύχτι. Όταν βγαίναμε στην ιχθυόσκαλα, με πότε γεμάτες και πότε άδειες τις ψαροκασέλες, δεν χάναμε το κέφι μας, δόξα τω Θεό λέγαμε.

    Η θάλασσα είναι ταπεινή μα ο αέρας την τρελαίνει. (παλιά παροιμία)

    Η θάλασσα όταν είναι γαλήνια είναι όμορφη. Xαίρεται ο άνθρωπος να την κοιτάζει, προπάντων τις νύχτες όταν δουλεύεις μέσα της με γρι- γρι. Θυμάμαι εκείνα τα δύσκολα χρόνια μετά των πόλεμο και μέσα στον εμφύλιο. Γύρω στο σαρανταοκτώ τσουλμάρισα με το γρι-γρι του Γιάννη Μανιού.
    Ήμασταν είκοσι παλικάρια από την Καβάλα, την Ιερισσό και το Αρτάκι Χαλκίδος. Δουλεύαμε με το παλιό σύστημα δίχως μηχανήματα. Με τα χέρια τραβούσαμε το δίχτυ από την θάλασσα. Ήταν δίχτυ βαρύ φτιαγμένο από βαμβακερή κλωστή και ήθελε χέρια γερά νέων παλικαριών που να αντέχουν στη δουλειά και το ξενύχτι.
    Μετά από δυο τρεις καλάδες που βγάζαμε ως το πρωί φορτώναμε τον “ασημένιο” θησαυρό μας και βάζαμε πλώρη για την ιχθυόσκαλα.
    Από τον κόλπο της Καβάλας και τις εκβολές του ποταμού Νέστου έως το Φανάρι και το νησί τον ανέμων την Σαμοθράκη, ήταν ένας πλούσιος ψαρότοπος. Προπάντων από σαρδέλα που το καλοκαίρι τα γρι-γρι την ψάρευαν σε πολλές χιλιάδες οκάδες καΐκια όχι μόνο από την Καβάλα ή τη Θάσο αλλά και από την Σαλονίκη και την Χαλκίδα. Όταν άναβαν τις λάμπες τους τη νύχτα φαίνονταν σαν μία πλωτή, σιωπηλή πολιτεία. Δεν ακούγονταν τίποτα μόνο κάπου κάπου η φωνή κάποιου καπετάνιου. Μετά τις έντεκα άλλαζαν όλα μηχανές, άνθρωποι, φωνές, όλα σε κίνηση ως το πρωί. Όλοι στη δουλειά για το νυχτοκάματο.
    Δεν ήταν όλες η βραδιές ήσυχες χωρίς προβλήματα. Εκεί που ήταν η θάλασσα ήρεμη έρχονταν ξαφνικά κάτι κατεβασιές, ανατολικοί άνεμοι με πολλά μποφόρ. Ο αέρας σφύριζε πάνω στα ξάρτια, τα κύματα σηκώνονταν σαν θηρία. Όλα τα καΐκια σάλπαραν μαζεύοντας γρήγορα βάρκες και λάμπες, για το κοντινότερο λιμάνι. Αυτός ο καιρός κρατούσε δύο τρεις μέρες.

    Όταν τελείωνε το ταξίδι και πηγαίναμε για λογαριασμό να βάλουμε κάτω την πώληση, τα έσοδα και τα έξοδα, η επιχείρηση από αυτά που μέναν κρατούσε τα μισά και τα άλλα τα μοιραζόμασταν εμείς το πλήρωμα. Με αυτά που παίρναμε, τα ολίγα, δεν πληρώνονταν ο κόπος και τα ξενύχτια μας, αλλά σε μία εποχή με έναν εμφύλιο λέγαμε δόξα τω Θεώ. Δεν χάναμε το θάρρος μας και την ελπίδα μας (είχε και χειρότερα). Σε λίγες μέρες ξεκινούσαμε άλλο ταξίδι. Πάντα ο ίδιος αγώνας και η ελπίδα στην καρδιά και την αγάπη μας.
    Το τραγούδι της φτώχειας πάντα θα τραγουδώ «ποτέ μου φτώχεια δεν σε ξεχνώ όπου και αν πάω». Δεν ξεχνώ τους φίλους μου στο γρι-γρι. Τα παλικάρια που γνώρισα μέσα στο ψαροκάικο, που κοιμόμασταν ο ένας πλάι στον άλλον, την ψαρόσουπα που τρώγαμε κάθε μέρα, τα δίχτυα που τραβούσαμε βρεγμένοι, κουρασμένοι, μέσα στη νύχτα. Όλα αυτά για μία μπουκιά και ένα ποτήρι. &
    Δημοσιεύθηκε στο 6ο τεύχος του “Κυττάρου Ιερισσού”