Αη -Γιάννης ο Κακανάς ο Κλείδωνας

    ΚΛΕΙΔΩΝΑΣ

    Επεξεργασία : Κοκκαλάς Αλέκος
    Στις 24 Ιουνίου είναι η γιορτή του αγίου Ιωάννου, για τους
    Τριγλιανούς όμως είναι του Αη- Γιάννη του Κακανά .
    Πήρε τ’όνομα από τις μεγάλες «κακάνες», φωτιές που άναβαν
    αποσπερίς.
    Ήταν θεαματικότατες. Κάθε μαχαλάς άναβε την δική του κακάνα
    πιο μεγάλη μπορούσαν.
    Πηδούσαν μικροί και μεγάλοι, γέροι και παιδιά κουντουρντίζανε.
    – Μαρή Κατινιώ, μαρή Θυμιώ μη πηδήτε να μη κατακαείτε!
    Αλλά ποιος να σταματήσει;

    Καιγόταν το πελεκούδι!
    Είχε και θεραπευτικές ικανότητες το πήδημα απ’ του Αηγιαννιού
    φωτιά, γιατί έφευγαν οι αρρώστιες και οι ψύλλοι.
    Γι αυτό πηδώντας έλεγαν: «Έξω ψύλλοι ποντικοί».
    Αυτά για τις κακάνες την νύχτα της παραμονής του Αη- Γιάννη.
    Μα πιο νωρίς μόλις σπέρωνε (σουρούπωνε) μια πρωτοκόρη από κ
    γειτονιά, πήγαινε στο πετόνι (βρύση) και έπαιρνε αμίλητο νερό.
    Αμίλητη, σοβαρή γέμιζε από τρεις βρύσες ένα κουτρουπάκι νερό, και όλες
    περνούσαν και έριχναν μέσα ένα αντικείμενο, κουμπί, δαχτυλίδι ή ότι άλλο.
    Στο τέλος το σκέπαζαν προσεχτικά και το έδεναν με μια κορδέλα ως το
    άλλο απόγευμα, όπου κάτω από μια κληματαριά σε μια καλοσκουπισμένη
    αυλή μαζεύονταν όλοι οι γείτονες ν’ ανοίξουν τον κλείδωνα.
    Και η πρωτοκόρη που πήρε τ’αμίλητο νερό σκεπασμένη με μια μεταξωτή
    μαντήλα για να μη βλέπει τι ανασύρει απ’ το νερό, άνοιγε τον Κλείδωνα
    ενώ τα κορίτσια τραγουδούσαν:
    «Ανοίγουμε τον Κλείδωνα
    τον καλοριζικάρη
    και όποιος έχει ριζικό
    ας έρθει να το πάρει».
    Έπειτα μια άλλη κοπέλα διάβαζε ένα στιχάκι παρμένο στην τύχη και η
    πρωτοκόρη έχωνε το χέρι της στο νερό και έβγαζε ένα αντικείμενο που
    αντιστοιχούσε στο στιχάκι.
    Γινόταν πολύ γέλιο γιατί τα πιο πολλά ήταν κωμικά.
    Να μερικά στιχάκια:
    Να βγάλεις ένα βούζουνα
    Στη μύτη σου επάνω Όσοι σε βλέπουν να γελούν
    Κι εγώ να ξεθυμώνω.
    Έχεις δυο μάτια σαν αυγά
    δυο κ… σαν βαρέλια
    όταν γυρίσω να σε δω
    σκάνω από τα γέλια.
    Αντίκρυ μου ήρθες κι έκατσες
    σα μαραμένο πράσο
    και από τη χολόσκαση
    μ’ έρχεται να ξεράσω
    Εσύ εδώ μαραίνεσαι
    εγώ απέ δω λυπούμαι
    άψε κερί στην Παναγιά
    ίσως ανταμωθούμε.
    Έτσι χαρούμενα τέλειωνε η γιορτή του Κακανά και πάντα περίμεναν κάθε
    χρόνο να τον γιορτάσουν, να πηδήσουν τις κακάνες και ν’ ανοίξουν τον
    Κλείδωνα Καλοριζικάρη.

    (δημοσιεύτηκε στα «Τριγλιανά Νέα», 24 Ιουνίου 1977)
    Της Κατίνας Σαρρή