ΚοινωνίαΤουρισμόςΧαλκιδική

Η εγκατάσταση στην Ν. Τρίγλια (μέρος 3ο και τελευταίο )

ΝΕΑ ΤΡΙΓΛΙΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Το 1927 ήταν η χρονιά κατά την οποία οι συνοικισμοί των Τριγλιανών, των Βελετλεριωτών και των ντόπιων ενοποιήθηκαν και διοικητικά και αποτέλεσαν μία κοινότητα με το όνομα Νέα Τριγλιά, που αντικατέστησε την παλιά τουρκική ονομασία Σουφλάρι.

Το νέο όνομα προκρίθηκε εξαιτίας της πλειοψηφίας του τριγλιανού στοιχείου στο συνοικισμό που ενισχυόταν όλα αυτά τα χρόνια και ιδιαίτερα όσο βελτιωνόταν οι συνθήκες ζωής στο χωριό.

Βέβαια δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που αρχικά εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές και παρέμειναν οριστικά εκεί (Καβάλα, χωριά της Κοζάνης και στην Κρήτη).

Πέρα όμως απ’ αυτές τις μεμονωμένες περίπτωσης έγινε και μια ομαδική εγκατάσταση Τριγλιανών στη Ραφήνα Αττικής κι αφορούσε αυτούς κυρίως τους Τριγλιανούς που κατά την καταστροφή έφτασαν με το «Αιγαίο» στον Πειραιά.

Για αυτούς απαλλοτριώθηκε ένα τμήμα (12.000 στρεμμ.) από το τσιφλίκι του Αλ. Σκούζε,Ραφήνα, που προσφερόταν ιδιαίτερα για τους Τριγλιανούς, γιατί είχε πολλά αμπέλια, ελιές και ήταν παραλιακό. Αρκετοί ήταν μάλιστα εκείνοι οι Τριγλιανοί που στα πρώτα χρόνια μετακινήθηκαν ανάμεσα στους δύο συνοικισμούς (Σουφλάρι και Ραφήνα) στηνπροσπάθειά τους να διαλέξουν τον καταλληλότερο τόπο και κυρίως να αποφύγουν τον κίνδυνο της ελονοσίας. Δυστυχώς όμως η αρρώστια έπληττε και τις δύο περιοχές με την ίδια ένταση. Στη Ραφήνα μάλιστα υπήρχε ένα έλος πολύ κοντά στους προσφυγικούς καταυλισμούς που και ο συνοικισμός των Τριγλιανών στη Ραφήνα είχε αρχικά ονομαστεί Τρίγλια (και μάλιστα χωρίς τον προσδιορισμό <Νέα>.

Σιγά  σιγά όμως το όνομα αυτό αντικαταστάθηκε απ’ το Ραφήνα γιατί το τελευταίο ήταν ήδη γνωστό στην περιοχή καθώς και για την αποφυγή σύγχυσης με τη Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής.

Ας σημειωθεί ότι στη Ραφήνα εκδήλωσαν την επιθυμία να εγκατασταθούν κάποιοι από τους Τριγλιανούς προύχοντες, το ανώτερο κοινωνικό στρώμα της παλιάς πατρίδας, οι οποίοι καθώς διέθεταν κάποια χρήματα παρέμειναν στα πρώτα και πιο δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς στις μεγάλες πόλεις. Στη Ραφήνα όμως σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήρθαν σε σύγκρουση με

τους συμπατριώτες τους για τον τρόπο διανομής της γης, πριν ακόμη καθοριστεί οτιδήποτε από τις

υπηρεσίες της ΕΑΠ. Οι περισσότεροι τότε εγκατέλειψαν την Ραφήνα κι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη ή σε άλλες πόλεις.

Ανάμεσα τους ο πρώην δήμαρχος, γιατρός Κ. Κουδυλένιος, ο δημογέροντας Κ. Λουτζόγλης,ο φαρμακοποιός Ν.Παπαδόπουλος.  Άλλοι πάλι είχαν από την αρχή προτιμήσει την εγκατάσταση σε μεγάλες πόλεις (ενδεικτικά αναφέρονται οι Τσάκωνας επιχειρηματίας στη Θεσσαλονίκη, Κασούρης πρώην δήμαρχος στην Καβάλα, Προύσας  Θεσσαλονίκη,Τακάς Καβάλα).

Στα 1927 άρχισαν και οι πρώτες προσπάθειες για την κατάρτιση κτηματολογίου, που ήταν, όπως ήδη σημειώθηκε, απαραίτητο για τη σωστή και μόνιμη διανομή της γης και τον κανονισμό των εξοφλήσεων. Η Γενική Διεύθυνση Εποικισμού Μακεδονίας συγκρότησε μια ειδική κτηματολογική υπηρεσία που συνέχισε τη λειτουργία της μέχρι το Μάρτιο του 1933. Στην Ν. Τρίγλια η καταμέτρηση της γης και η οριστική διανομή των κλήρων έγινε στα 1929 – 1930. Η αναδιανομή της γης προκάλεσε κάποια  αναστάτωση στις καλλιέργειες, αφού για παράδειγμα αγροί που οι προσωρινοί δικαιούχοι τους τους είχαν προορίσει για αγρανάπαυση την προηγούμενη χρονιά, κληρώθηκαν σε άλλους. Πραγματοποιήθηκε τότε (17 Αυγούστου το 30) γενική συνέλευση των κατοίκων του χωριού στην οποία από αυτά θα καλλιεργούνταν την επόμενη γεωργική χρονιά από τους προσωρινούς δικαιούχους, οι οποίοι βέβαια, υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν στους κληρούχους άλλα ισάριθμα χτήματα.

Για τις κάθε είδους παροχές προς τους πρόσφυγες υπήρχε ως γενική αρχή η χρέωσή τους με την αξία των χορηγηθέντων εφοδίων, σπιτιού και κλήρου. Όλοι οι λογαριασμοί των προσφύγων έπρεπε σύμφωνα με τη διάταξη των συμφωνητικών με τους τραπεζίτες να τηρούνται σε λίρες Αγγλίας (η διάταξη μπήκε σε εφαρμογή από το 27 για την αποφυγή γραφειοκρατικών διαδικασιών). Στα πρώτα χρόνια, όπως είναι φυσικό, δε γινόταν λόγος για εξόφληση των χρεών. To 1926 όμως η ΕΑΠ προχώρησε σε σύσταση μιας ειδικής υπηρεσίας για την είσπραξη των οφειλομένων αποφασίστηκε ότι τα κτήματα αυτά Παράλληλα γινόντουσαν ήδη απ’ το*23 προσπάθειες για τον καθορισμό της αξίας των περιουσιών των ανταλλαγέντων πληθυσμών. Ήδη, μετά τη συνθήκη της Λωζάννης είχε συγκροτηθεί μικτή επιτροπή (4 Έλληνες, 4 Τούρκοι και 3 ουδέτερα μέλη) για την εκτίμηση των περιουσιών και τη συμφωνία για την πληρωμή της διαφοράς. Το έργο όμως αυτό ήταν πάρα πολύ δύσκολο και στην πράξη ακατόρθωτο. Γι’ αυτό με τη συμφωνία της Άγκυρας(10 Γενάρη 1930) οι δύο χώρες παραιτήθηκαν από τη διεκδίκηση αποζημιώσεως. Το θέμα έπρεπε να λυθεί από κάθε κυβέρνηση χωριστά για τους δικούς της πρόσφυγες.

Η ελληνική κυβέρνηση εξέδωσε κατ’ αρχήν, με αντίκρισμα την περιουσία των ανταλλαγμένων πληθυσμών, δύο σειρές ομολογιών για την καταβολή αποζημιώσεων στους πρόσφυγες:

α) δάνειο ανταλλαξίμων 1926 8% 6 δισ. δρχ. και β) δάνειο ανταλλαξίμων1928 6·/· 1.050 εκ. δρχ.

Αρχικά δηλαδή εξερέθισαν όσοι είχαν εγκατασταθεί αγροτικά με το σκεπτικό ότι ενώ αυτοί είχαν αποκατασταθεί και επαγγελματικά (παροχή γεωργικού κλήρου και εργαλείων) για τους αστούς

δεν είχε λυθεί παρά μόνο το πρόβλημα της στέγασης.

Αργότερα όμως, με εισήγηση του υπουργού Γεωργίας Αλ. Παπαναστασίου, υπογράφτηκε μεταξύ αυτού και του υπουργού ανταλλαγής Λ. Μπαζάλμπαση από τη μια και του προέδρου της ΕΑΠ C. ED-DT απ’ την άλλη συμφωνία (7 Νοεμβρίου 1927) για την

αποζημίωση των αγροτών προσφύγων με συμψηφισμό όσων δικαιούνταν με τα χρέη τους προς την ΕΑΠ. Τέλος, το 1931 εκδόθηκε άλλη μια σειρά ομολογιών για τους αγρότες πρόσφυγες αυτή τη φορά, αξίας 500 εκ. δρχ. (δάνειο αγροτικής 1931

Για τον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων κάθε πρόσφυγας καλούνταν να

δηλώσει την αξία της περιουσία; που εγκατέλειψε στην πατρίδα του. Η αλήθεια αυτών των δηλώσεων ελεγχόταν από ειδικές τοπικές επιτροπές.

Πρόβλημα προέκυψε με τον τρόπο καθορισμού της αξίας των κλήρων. Μετά από σχετικές εισηγήσεις γεωπόνων (για τη Μακεδονία του γεωπόνου Τσίτερ) η αξία των κτημάτων κρίθηκε όχι με βάση την κατάστασή τους το 1930, που βέβαια ήταν αρκετά βελτιωμένη, αλλά με βάση αυτήν του 1922, γιατί η οποιαδήποτε βελτίωση δεν οφειλόταν παρά στις εργασίες και στην προσπάθεια των ίδιων των προσφύγων.

Οι αποζημιώσεις που δόθηκαν τελικά κάλυπταν ένα μικρό μέρος (15·/·) της χαμένης περιουσίας, αλλά ο συμψηφισμός των χρεών με την αποζημίωση επέφερε πολύ σημαντική μείωση των οφειλομένων.

Μετά την εξάντληση των χρηματικών κεφαλαίων της ΕΑΗ και τη διάλυσή της(31 Δεκέμβρη 1930), η είσπραξη των χρεών ανατέθηκε στην Α.Τ.Ε.

Παρά το γεγονός ότι διατυπώθηκαν κάποιες αντιρρήσεις (παρεξηγείται ο ρόλος της τράπεζας κλπ.), ο τρόπος αυτό ήταν ο πιο αποτελεσματικός, γιατί τα χρέη ήταν τέτοιας μορφής που απαιτούσε ένα ιδιάζων σύστημα, δηλαδή σταδιακή είσπραξη κατά την πώληση των αγαθών.

Για τους αστούς, η εξόφληση ορίστηκε σε 15 χρόνια, με επιτόκιο 3% ενώ για τους αγρότες σε 5% ως 25 χρόνια, ανάλογα με το χρεωστικό υπόλοιπο με το ίδιο επιτόκιο.

Οι πρόσφυγες αποκτούσαν την κυριότητα των ακινήτων που τους είχαν παραχωρηθεί μόλις τα εξοφλούσαν, ενώ μέχρι τότε παρέμειναν υποθηκευμένα υπέρ της διεθνούς οικονομικής επιτροπής,σύμφωνα με τη σύμβαση για τη διάλυση της ΕΑΠ Α. – C. EDDT.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Η κατασκευή σπιτιών, η απόκτηση της κυριότητας των κλήρων, το σύμβολο φιλίας Βενιζέλου – Ινονού (1930), έσβηναν οριστικά τις ελπίδες των προσφύγων για επαναπατρισμό. Οι Τριγλιανοί που «στα δύο πρώτα χρόνια δεν είχαν  φυτέψει ούτε μια μουριά», μπήκαν στη διαδικασία ενσωμάτωσης στο νέο περιβάλλον με κάποια δυσκινησία και αναστολές στην αρχή, με γρηγορότερους ρυθμούς στη συνέχεια. Σ’ αυτό αποφασιστικά συνετέλεσε η ομαδική εγκατάσταση, γιατί έδωσε στον απογυμνωμένο από όλα τα κοινωνικά στηρίγματα πρόσφυγα την ασφάλεια ότι λειτουργεί σε μια ομάδα συγχωριανών του, το μόνο από τα από πριν υπάρχοντα συστήματα που εξακολουθούσε να υπάρχει και να λειτουργεί. Αυτό δε σημαίνει ότι η κοινωνική διαστρωμάτωση μεταφέρθηκε στην καινούρια πατρίδα χωρίς διαφοροποιήσεις. Αντίθετα, οι συνθήκες καταστροφής και προσφυγιάς λειτούργησαν εξισωτικά. γιατί όσοι εγκαταστάθηκαν στα αντίσκηνα στο Σουφλάρι, βρίσκονταν στην ίδια περίπου κακή οικονομική κατάσταση, ενώ όσοι διέθεταν κάποια χρήματα, προτίμησαν τις μικρές και μεγάλες πόλεις, αποφεύγοντας την ταλαιπωρία των πρώτων χρόνων. Παρόμοιες διεργασίες σε μικρότερη όμως έκταση, είχε υποστεί η κοινωνική διαστρωμάτωση της Τρίγλιας ήδη από την πρώτη προσφυγιά του 1915—18. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ήδη από τότε είχαν εκλείπει οι οξύτερες κοινωνικές διαφορές. Η ενσωμάτωση στο νέο περιβάλλον προσέκρουε και στις διαφορετικές συνθήκες εκμετάλλευσης που αυτό προσέφερε σε σχέση με την παλιά πατρίδα. Η καλλιέργεια δημητριακών απαιτούσε εμπειρίες καθώς και μια ψυχολογία διαφορετική απ’ ότι η ελιά, που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πρόσφυγες δεν απέκτησαν ποτέ. Η περιποίηση του ελιόδεντρου απαιτεί όρθια στάση του σώματος και μικρότερο σχετικά κόπο. Η συγκομιδή παίρνει τη μορφή ενός μικρού πανηγυριού, καθώς γίνεται με τη συμμετοχή όλων των ηλικιών και συνοδεύεται πάντα από τραγούδια.

Αντίθετα, η καλλιέργεια των δημητριακών είναι πολύ πιο σκληρή και ο καλλιεργητής είναι υποχρεωμένος να σκύβει (σε κυριολεκτικό και μεταφορικό επίπεδο) στη γη του και να κοπιάζει πολύ.

Οι Τριγλιανοί έπρεπε, για να επιβιώσουν, να περάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα απ’ την παραγωγή της ονομαστής «Τρίγλιας» ελιάς σε μια καλλιέργεια που απαιτούσε περισσότερο μόχθο παρά τέχνη. Η μετάβαση αυτή συνιστά μια καθοδική κοινωνική πορεία.

Η διαμόρφωση όμως του οικογενειακού τους προϋπολογισμού δεν τροποποιείται ριζικά:

Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε ένα βασικό προϊόν που είναι είδος πρώτης ανάγκης (αν και η καλή ποιότητα της «Τριγλιάνης ελιάς κάνει δυνατή σε ευνοϊκές συνθήκες την πώλησή της ως είδος πολυτελείας), και γι’ αυτό δεν επηρεάζει καθοριστικά την απορρόφησή τους

η γενικότερη κατάσταση της αγοράς. Το δασικό εισόδημα απ’ αυτό το προϊόν (ελιά στη μια περίπτωση, σιτάρι στην άλλη), πλαισιώνεται από την παραγωγή των περισσοτέρων απ’ τα υπόλοιπα αναγκαία, γεγονός που δίνει στην οικονομία έναν αυτάρκη χαρακτήρα.

Οικόσιτη κτηνοτροφία (στη Ν. Τρίγλια αρχίζει και η εκτροφή χοίρων, που στην παλιά δε γινόταν μάλλον με την επίδραση της μωαμεθανικής θρησκείας, παραγωγή λαχανικών

(περιορισμένα στη Ν. Τριγλιά λόγω έλλειψης νερού), συγκέντρωση ξυλείας για το χειμώνα. Έτσι, το αλεσμένο σιτάρι που αναγκάζονταν να αγοράζουν στην Π. Τρίγλια,στο παζάρι της Κυριακής από παραγωγούς απ’ τα χωριά στο εσωτερικό, αντικαταστάθηκε στο καινούριο χωριό από την ανάγκη σε λάδι, ελιές, που τους προμήθευαν από την Μυτιλήνη και που πλήρωναν σε σιτάρι την εποχή του αλωνισμού.

Μάλιστα στη Ν. Τρίγλια, οι αποδοχές από το σιτάρι ήταν πιο σταθερές, γιατί η παραγωγή παραδινόταν στην ΑΤΕ και η πληρωμή ήταν άμεση.

Αντίθετα οι Σιγηνοί (κάτοικοι τις Σιγής), που μετά την επιστροφή τους

από το ταξίδι σε Ρουμανία, Ν. Ρωσία, ενώ ο παραγωγός δεν είχε καμιά ασφάλεια γιαοτιδήποτε συνέβαινε στο πλοίο και το φορτίο του.

Βέβαια, οι αυξημένες ανάγκες των νεο εγκατεστημένων Τριγλιανών, είχαν σαν αποτέλεσμα τη γρήγορη εξάντληση τον εισοδήματος από τη σοδειά τους (γύρω στα

Χριστούγεννα). Οι ανάγκες τους καλύπτονταν με δάνειο από την ΑΤΕ που και πάλι δεν επαρκούσε παρά για τρεις – τέσσερεις μήνες. Στην περίοδο του Πάσχα έπαιρναν καινούριο δάνειο ως καλλιεργητικό, στην πραγματικότητα όμως για να καλύψουν τις ανάγκες διατροφής τους. Για την πληρωμή των δανείων, η ΑΤΕ έκανε κρατήσεις από την αξία της παραγωγής. Η συνεχής όμως αυτή κατάσταση δανεισμού για τις ανάγκες επιβίωσης, παγίδευσε για αρκετό χρονικό διάστημα τις όποιες προσπάθειες θα μπορούσαν

να είχαν γίνει, με στόχο τη βελτίωση των καλλιεργειών και του εισοδήματος.είχαν γίνει. Εκτός όμως από τις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης διαφορετικά ήταν και τα κοινωνικά συμφραζόμενα τη; νέας πατρίδας. Οι Τριγλιανοί προέρχονταν από το κοσμοπολίτικο μικρασιατικό περιβάλλον, που ήταν τόπος ανοιχτός σε εμπορικές

διαπραγματεύσεις και όπου δρούσαν και έρχονταν σε επαφή άνθρωποι από διάφορες χώρες.

Η Τρίγλια βέβαια ήταν στο περιθώριο όλης αυτής της δραστηριότητας, αλλά έστω και βελτίωση των καλλιεργειών και του εισοδήματος. Εκτός όμως από τις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης διαφορετικά ήταν και τα κοινωνικά συμφραζόμενα της νέας πατρίδας.

Αλλά έστω και στην περιφέρεια έφτανε σ’ αυτήν η επίδραση του κοσμοπολιτισμού του κέντρου,ικανή να διαμορφώσει μια αντίστοιχη ιδεολογία (το γεγονός ότι στην Τρίγλια κυκλοφορούσαν εκτός από τις ελληνικές και τουρκικές και γαλλικές εφημερίδες και ακόμη το ότι τα παιδιά

μάθαιναν ήδη στο δημοτικό και τουρκικά και γαλλικά, είναι ενδεικτικά της κατάστασης).

Στην καινούρια πατρίδα βρέθηκαν σε μια κοινωνία κλειστή, απομονωμένη (8 ώρες από τη Θεσσαλονίκη) πολύ πιο πιστή στην παράδοση.

Η αντιπαράθεση με τους ντόπιους έγινε αυτόματα, καθώς οι μεν ήταν φορείς ενός πνεύματος προοδευτικού που αντανακλούσε τις επιδράσεις ενός ανοιχτού περιβάλλοντος,ενώ οι δε ήταν πολύ πιο συντηρητικοί, προσκολλημένοι στις παραδόσεις και δυσκίνητοι στηνυιοθέτηση νεωτερισμών. Οι πρόσφυγες θεώρησαν ξεπερασμένα τα ήθη των ντόπιων

ακόμη και τις συνθήκες διαβίωσής τους, τους έμαθαν την καλλιέργεια των λαχανικών που μέχρι τότε απαγορευόταν από τις μονές και τους μετέδωσαν το πνεύμα το ανοιχτό στην εξέλιξη. Οι ντόπιοι από την μεριά τους τους βοήθησαν να μάθουν την καλλιέργεια του σιταριού και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες.

Οι μεταξύ τους διαφορές σε σημεία που μπορούσαν να οδηγήσουν στην αντιπαράθεση ή στη συνεργασία, πυροδοτήθηκαν από τη σημαντικότερη μεταξύ τους αντίθεση, την πολιτική, που ήταν συνέπεια της διαφορετικής νοοτροπίας της κάθε ομάδας.

Οι πρόσφυγες ήταν στην πλειοψηφία τους Βενιζελικοί, ενώ οι ντόπιοι οπαδοί του λαϊκού κόμματος. Η αντίθεση όμως αυτή παρά την οξύτητά της, ήταν και η πρώτη που έπαψε να λειτουργεί, γιατί καθώς στα επόμενα χρόνια αρκετοί από τους πρόσφυγες περνούσαν στην άλλη πλευρά το δίπολο πρόσφυγας – φιλελεύθερος, ντόπιος – βασιλικός, επαψε να

έχει ισχύ. Η πορεία αυτή των προσφύγων προς τη δεξιά παράταξη συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, έτσι ώστε στον εμφύλιο πόλεμο πολύ λίγοι από το χωρώ ήταν αυτοί που προσχώρησαν στην αριστερά. Η αντιπαράθεση παρ’ όλα αυτά Τριγλιανών και ντόπιων εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα στην νέα γενιά, ένα μέρος της οποίας έχει διπλή καταγωγή από έναν πρόσφυγα και έναν ντόπιο γονιό.

Το γεγονός αυτό παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις, αν λάβουμε υπόψη ότι σε. Αντίθεση με ότι συμβαίνει με τους ντόπιους. στην νέα γενιά έχει σχεδόν εξαλειφτεί η διάκριση Τριγλιανού – Βελετριώτη.

Αυτό οφείλεται ίσος στο γεγονός ότι οι ντόπιοι είχαν, όταν έφτασαν οι πρόσφυγας(Τριγλιανοί και BrZrrr ραοης), ένα ήδη οργανωμένο κοινωνικό σύστημα που το διατήρησαν και μέχρι σήμερα κάνουν προσπάθειες να συντηρήσουν την  ίδρυση πρόσφατα λαογραφικού συλλόγου και χορευτικού συγκροτήματος με την οργάνωση πανηγυριών, παράλληλα με τον πολιτιστικό σύλλογο, το χορευτικό συγκρότημα και τα πανηγύρια των Τριγλιανών. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν κάποιες προσπάθειες για τη σύσφιξη των σχέσεων των Τριγλιανών που κατοικούν σήμερα στη Ν. Τρίγλια, στη

Ραφήνα ή και οπουδήποτε αλλού. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκε το 1965 ο «Σύλλογος των απανταχού Τριγλιανών».

Οι δραστηριότητες του συλλόγου, αλλά και κοινωνικά νέα των δύο κοινοτήτων,δημοσιεύονται σε μια διμηνιαία εξασέλιδη εφημερίδα, τα «Τριγλιανά Νέα», που άρχισε να εκδίδεται από τον Οκτώβρη του  1975.

ΠΗΓΕΣ

Η εργασία βασίζεται κατά κύριο λόγο, σε τέσσερεις προφορικές μαρτυρίες προσφύγων από την παλιά Τρίγλια και σήμερα κατοίκων Ν. Τριγλια. Η επιλογή έγινε με βασικό κριτήριο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ηλικία. Ήταν οι: 1.Απόστ. Τσίτερ (1895) γιατρός στα πρώτα κρίσιμα χρόνια στην περιοχή. 2. Σωτ. Σγουρής (1905).

  1. Λεωνίδας Λιλής (1910). 4. Δήμητρα Μαστραντώνη (1912).   

Οι συνεντεύξεις στηρίχθηκαν σ’ ένα γενικό διάγραμμα των θεμάτων και όχι σ’ ένα λεπτομερές ερωτηματολόγιο.

Για τη συγκέντρωση του υλικού χρήσιμα ήταν επίσης τρία βιβλία Τριγλιανών προσφύγων. Το πρώτο οφείλεται και πάλι στον Α. Τσίτερ με στοιχεία που βασίζονται στην δική του εμπειρία ως πρόσφυγα και γιατρού των προσφύγων, «Τρίγλια του κυανού κόλπου της Προποντίδος, Ν. Τριγλιά Χαλκιδική;, Ραφήνα Αττικής». Θεσσαλονίκη 1979.

Τα άλλα δυο γράφτηκαν από τον Θανάση Πιστικίδη (1918) με στοιχεία που για τα παλιότερα χρόνια προέρχονταν από διηγήσεις άλλων Τριγλιανών προσφύγων, «Τρίγλια Βιθυνίας χαμένες πατρίδες, Ραφήνα Αττικής, Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής», Ραφήνα 1988 και

«Ριζώματα, Βιώματα, Παθήματα», Ραφήνα 1985.

Για τη γενικότερη κατάσταση στοιχεία αντλήθηκαν από τα εξής κείμενα:

—Νοταρά Μιχάλη: «Η αγροτική αποκατάσταση των προσφυγών», Αθήνα 1984.

—Πάλλης Α.Α.: «Το προσφυγικών ζήτημα» στη μεγάλη ελληνική εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1934, τόμ. Ελλάς σ.867—72. —Αλαμανη Ε. – Παναγιωτόπουλου Κ.: «Η Ελλάδα στη Μ. Ασία» στην ιστορία του ελληνικού έθνους, Αθήνα 1978,τόμ. ΙΕ’ 98—102, 106—7. —Σύλλογος προς περιστολή των ελωδών νόσων:

«Η (ελονοσία εν Ελλάδι και τα πεπραγμένα του συλλόγου». Επιμέλεια Κ. Σάββα,

  1. Κάρδαμά, Αθήνα 1928. (Περιλαμβάνει αναφορές, εκθέσεις νομιάτρων κατά περιοχές,

υπομνήματα προς την ΕΑΠ κ. λ.π.).

—Σύλλογος προσφύγων Μουδανιών: «Αντίλαλοι από τα Μουδανιά

Θεσσαλονίκη 1981. (Περιλαμβάνει άρθρα με ιστορικό και λαογραφικό περιεχόμενο για τα παλιά Μουδανιά και την ευρύτερη περιοχή τους, καθώς και κάποια στοιχεία για την νέα εγκατάσταση).

—Πυργάκη Άννα: «Τα μεταξουργεία στα Μουδανιά, η συνέχιση της παράδοση; Από την παλιά στην καινούρια πατρίδα». (Μεταπτυχιακή εργασία, ανέκδοτη), Θεσσαλονίκη,

1984

ΠΗΓΗ:ΤΡΙΓΛΙΑΝΑ ΝΕΑ ΤΕΥΧΗ  64-67-68-69

Της ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΓΛΑΡΑΚΗ

Επεξεργασία: Κοκκαλάς Αλέκος

Mε μεγάλη χαρά πήραμε την εργασία της νεαρής φιλολόγου Θεοδώρας Γλαράκη,από τη Νέα Τρίγλια, που αφορά στην εγκατάσταση των Τριγλιανών στη σημερινή ΝέαΤρίγλια. Πρόκειται για την εργασία που κατέθεσε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Απ’ ότι μέχρι τώρα ξέρουμε είναι η πρώτη φορά που η ιστορία των Τριγλιανών γίνεται αντικείμενο επιστημονικής επεξεργασίας.

Παραθέτουμε ένα τμήμα από την εργασία και ευχόμαστε να υπάρξουν σύντομα κι άλλες παρόμοιες.

 

Tags

Σχετικά άρθρα

Back to top button
Close